Выбрать главу

Τότε η Σελήνη τράβηξε τα γκέμια κι έδειξε ένα λάκκωμα πιο κάτω, χωμένο στο γρανιτένιο έδαφος. Όλα ήταν εκεί, τα επτά φαρδιά, χρωματιστά σκαλιά γύρω από ένα ξασπρισμένο δάπεδο και η ψηλή πέτρινη στήλη στη μέση.

Ξεπέζεψε και οδήγησε το άλογό της στο λάκκωμα, κατεβαίνοντας τα σκαλιά. Η στήλη ορθωνόταν ψηλή πάνω της. Η Σελήνη γύρισε και κοίταξε τον Ραντ και τους άλλους. Τα γκρολμ γάβγιζαν, δεκάδες γκρολμ, δυνατά. Κοντά. «Σε λίγο θα μας βρουν», του είπε. «Πρέπει να χρησιμοποιήσεις τη Λίθο, Ραντ. Αλλιώς, βρες τρόπο να σκοτώσεις όλα τα γκρολμ».

Ο Ραντ αναστέναξε, κατέβηκε από τη σέλα και οδήγησε τον Κοκκινοτρίχη στο λάκκωμα. Ο Λόιαλ και ο Χούριν τον ακολούθησαν βιαστικά. Κοίταζε με κάποια ταραχή τη καλυμμένη από σύμβολα στήλη, τη Διαβατική Λίθο. Σίγουρα η Σελήνη μπορεί να διαβιβάζει, ακόμα κι αν δεν το ξέρει, αλλιώς δεν θα είχε έρθει εδώ. Η Δύναμη δεν βλάπτει τις γυναίκες. «Αν αυτό σε έφερε εδώ», άρχισε να λέει, αλλά εκείνη τον διέκοψε.

«Ξέρω τι είναι», του είπε σταθερά, «αλλά δεν ξέρω πώς να τη χρησιμοποιήσω. Πρέπει να κάνεις αυτό που πρέπει». Έδειξε με το δάχτυλό της ένα σύμβολο, λίγο πιο μεγάλο από τα άλλα. Ένα τρίγωνο, με την κορυφή προς τα κάτω μέσα σε κύκλο. «Αυτό σημαίνει τον πραγματικό κόσμο, τον κόσμο μας. Πιστεύω πως θα είναι καλύτερα να το φέρεις μέσα στο μυαλό σου, καθώς θα...» Άπλωσε τα χέρια, σαν να μην ήξερε τι ακριβώς θα έκανε ο Ραντ.

«Ε... Άρχοντά μου;» είπε με σεβασμό ο Χούριν. «Λεν έχουμε πολλή ώρα ακόμα». Κοίταξε πάνω από τον ώμο του, προς το χείλος. Τα γαυγίσματα ήταν δυνατότερα. «Αυτά τα πλάσματα θα φτάσουν σε λίγα λεπτά». Ο Λόιαλ ένευσε.

Ο Ραντ πήρε μια βαθιά ανάσα και ακούμπησε το χέρι στο σύμβολο που του είχε δείξει η Σελήνη. Την κοίταξε για να δει αν το έκανε σωστά, αλλά εκείνη απλώς τον παρακολουθούσε, χωρίς η παραμικρή ρυτίδα ανησυχίας να ταράζει το χλωμό μέτωπό της. Είναι σίγουρη ότι θα τη σώσεις. Πρέπει να τη σώσεις. Η ευωδιά της χάιδεψε τη μύτη του.

«Ε... Άρχοντά μου;»

Ο Ραντ ξεροκατάπιε και αναζήτησε το κενό. Αυτό ήρθε εύκολα, ξεπήδησε ολόγυρά του δίχως κόπο. Αδειανωσύνη. Αδειανωσύνη, εκτός από το φως, που τρεμούλιαζε με τρόπο που του ανακάτευε το στομάχι. Αλλά ακόμα και η ναυτία ήταν απόμακρη. Ο Ραντ ήταν ένα με τη Διαβατική Λίθο. Η στήλη του έδινε μια λεία κι ελαιώδη αίσθηση καθώς την άγγιζε, αλλά το τρίγωνο με τον κύκλο έμοιαζαν ζεστά πάνω στο αποτύπωμα που σημάδευε την παλάμη του. Πρέπει να τους πάω σε ασφαλές μέρος. Πρέπει να τους πάω στην πατρίδα. Το φως φάνηκε να πλέει προς το μέρος του, να τον περικυκλώνει, κι αυτός... το... αγκάλιασε.

Τον γέμισε φως. Τον γέμισε ζέστη. Έβλεπε τους άλλους που τον παρακολουθούσαν —ο Λόιαλ και ο Χούριν με ταραχή, η Σελήνη με τη βεβαιότητα ότι θα την έσωζε— αλλά η παρουσία τους δεν είχε σημασία. Υπήρχε μόνο το φως. Η ζέστη και το φως, που πότιζαν τα μέλη του σαν νερό που χύνεται σε ξερή άμμο, που τον γέμιζαν. Το σύμβολο έκαιγε πάνω στη σάρκα του. Προσπάθησε να τα απορροφήσει όλα, όλη τη ζέστη, όλο το φως. Όλα. Το σύμβολο...

Ξαφνικά, σαν να είχε σβήσει ο ήλιος για διάστημα όσο να ανοιγοκλείσει τα μάτια, ο κόσμος τρεμόπαιζε. Και πάλι. Το σύμβολο ήταν αναμμένο κάρβουνο στο χέρι του· ο Ραντ ήπιε το φως. Ο κόσμος τρεμόπαιζε. Του έφερνε ταραχή, εκείνο το φως· ήταν νερό για άνθρωπο που πεθαίνει από δίψα. Τρεμοπαίξιμο. Το απορρόφησε μέσα του. Τον έκανε να θέλει να κάνει εμετό· το ήθελε όλο. Τρεμοπαίξιμο. Το τρίγωνο κι ο κύκλος τον έκαψαν· τα ένιωσε να καρβουνιάζουν το χέρι του. Τρεμοπαίξιμο. Το ήθελε όλο! Τσίριξε, ούρλιαξε από πόνο, ούρλιαξε από πόθο.

Τρεμοπαίξιμο... τρεμοπαίξιμο... τρεμοπαίξιμοτρεμοπαίξιμο...

Κάποια χέρια των τράβηξαν· μόλις που τα αισθάνθηκε. Οπισθοχώρησε τρεκλίζοντας· το κενό απομακρυνόταν, όπως και το φως και η αναγούλα που τον βασάνιζαν. Το φως. Το είδε να φεύγει με λύπη. Μα το Φως, είναι τρέλα να το θέλω. Αλλά με γέμιζε τόσο! Με... Κοίταξε ζαλισμένος τη Σελήνη. Τα χέρια που τον κρατούσαν από τους ώμους ήταν δικά της και τα μάτια της κοίταζαν με θαυμασμό τα δικά του. Σήκωσε το χέρι του μπροστά στο πρόσωπό του. Ήταν εκεί το αποτύπωμα του ερωδιού, αλλά τίποτα άλλο. Το τρίγωνο με τον κύκλο δεν είχαν σφραγίσει τη σάρκα του.

«Για δες», είπε αργά η Σελήνη. Κοίταξε τον Λόιαλ και τον Χούριν. Ο Ογκιρανός έμοιαζε αποσβολωμένος και τα μάτια του ήταν μεγάλα σαν πιατάκια· ο μυριστής καθόταν ανακούρκουδα με το χέρι στηριγμένο στο έδαφος, σαν να δυσκολευόταν να στηριχτεί. «Είμαστε όλοι εδώ κι όλα τα άλογά μας. Κι εσύ δεν ξέρεις καν τι έκανες. Για δες».