Выбрать главу

«Είμαστε...;» άρχισε να λέει βραχνά ο Ραντ, και αναγκάστηκε να σταματήσει για να καταπιεί.

«Κοίτα γύρω σου», είπε η Σελήνη. «Μας έφερες στην πατρίδα». Γέλασε ξαφνικά. «Μας έφερες όλους στην πατρίδα».

Ο Ραντ κοίταξε για πρώτη φορά τον κόσμο γύρω του. Το λάκκωμα τους περικύκλωνε χωρίς σκαλιά, αν και εδώ κι εκεί υπήρχαν κάποια ασυνήθιστα λεία κομμάτια πέτρας, με κόκκινο ή γαλάζιο χρώμα. Η στήλη κειτόταν στην βουνοπλαγιά, μισοθαμμένη στους σπασμένους βράχους μετά την πτώση της. Εδώ τα σύμβολα ήταν δυσδιάκριτα· χρόνια τα κατέτρωγαν ο αέρας και το νερό. Και τα πάντα έδειχναν πραγματικά. Τα χρώματα ήταν έντονα, ο γρανίτης σκουρόγκριζος, οι θάμνοι πράσινοι και καστανοί. Μετά από το άλλο μέρος, έμοιαζαν σχεδόν φανταχτερά.

«Στην πατρίδα», είπε χαμηλόφωνα ο Ραντ, και μετά έβαλε κι αυτός τα γέλια. «Είμαστε στην πατρίδα». Το γέλιο του Λόιαλ ήταν σαν μουγκρητό ταύρου. Ο Χούριν άρχισε ένα τρελό χοροπηδητό.

«Τα κατάφερες», είπε η Σελήνη, γέρνοντας κοντά του, ώσπου ήταν το μόνο που έβλεπε ο Ραντ. «Το ήξερα ότι θα τα καταφέρεις».

Το γέλιο του Ραντ έσβησε. «Ε... μάλλον». Κοίταξε την πεσμένη Διαβατική Λίθο και άφησε ένα αδύναμο γελάκι. «Μακάρι όμως να ήξερα τι έκανα».

Η Σελήνη κοίταξε βαθιά στα μάτια του. «Ίσως μια μέρα το μάθεις», είπε με απαλή φωνή. «Προορίζεσαι για σπουδαία πράγματα».

Τα μάτια της έμοιαζαν σκοτεινά και βαθιά σαν τη νύχτα, απαλά σαν μετάξι. Το στόμα της... Αν τη φιλούσα... Βλεφάρισε και έκανε πίσω βιαστικά, ξεροβήχοντας. «Σελήνη, σε παρακαλώ, μην πεις σε κανέναν γι’ αυτό. Για τη Διαβατική Λίθο, και για μένα. Δεν το καταλαβαίνω, ούτε και θα το καταλάβει κανείς άλλος. Ξέρεις τι κάνουν οι άνθρωποι όταν δεν καταλαβαίνουν κάτι».

Το πρόσωπό της ήταν εντελώς ανέκφραστο. Ο Ραντ ξαφνικά ένιωσε πως ήθελε πολύ να ήταν μαζί του ο Ματ και ο Πέριν. Ο Πέριν ήξερε πώς να μιλά στις κοπέλες και ο Ματ ήξερε να λέει ψέματα χωρίς να τον προδίδει το πρόσωπό του. Ο Ραντ δεν έκανε καλά ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Ξαφνικά η Σελήνη χαμογέλασε και υποκλίθηκε, σχεδόν κοροϊδευτικά. «Θα φυλάξω το μυστικό σου, Άρχοντά μου Ραντ αλ’Θορ».

Ο Ραντ την κοίταξε και ξερόβηξε ξανά. Μου θύμωσε; Οπωσδήποτε θα θύμωνε, αν έκανα ότι τη φιλούσα. Νομίζω. Ευχήθηκε να μην τον κοίταζε με τέτοιο βλέμμα, σαν να ήξερε τις σκέψεις του. «Χούριν, υπάρχει πιθανότητα να χρησιμοποίησαν οι Σκοτεινόφιλοι αυτή την πέτρα πριν από μας;»

Ο μυριστής κούνησε το κεφάλι πικρόχολα. «Περνούσαν δυτικά από δω, Άρχοντα Ραντ. Αν αυτές οι Διαβατικές Λίθοι είναι πιο συνηθισμένες απ’ όσο ξέρω, θα ’λεγα ότι οι Σκοτεινόφιλοι είναι ακόμα εκεί, στον άλλο κόσμο. Αλλά δεν θα μου πάρει μια ώρα για να βεβαιωθώ. Η περιοχή εδώ είναι παρόμοια με εκείνη. Θα μπορούσα να βρω εδώ το μέρος που έχασα τα ίχνη τους εκεί, αν με καταλαβαίνεις, για να δω αν πέρασαν κιόλας».

Ο Ραντ κοίταζε τον ουρανό. Ο ήλιος —ένας υπέροχος, δυνατός ήλιος, καθόλου ωχρός— χαμήλωνε στα δυτικά, απλώνοντας στο λάκκωμα τις μακριές σκιές της ομάδας. Σε μια ώρα θα σουρούπωνε. «Το πρωί», είπε. «Αλλά φοβάμαι ότι τους χάσαμε». Δεν μπορούμε να χάσουμε εκείνο το εγχειρίδιο! Δεν μπορούμε! «Σελήνη, αν είναι έτσι, το πρωί θα σε πάμε στο σπίτι σου. Είναι στην πόλη της Καιρχίν, ή,..;»

«Μπορεί να μην έχασες ακόμα το Κέρας του Βαλίρ», είπε αργά η Σελήνη. «Όπως γνωρίζεις, κάτι ξέρω για εκείνους τους κόσμους».

«Οι Καθρέφτες του Τροχού», είπε ο Λόιαλ.

Εκείνη τον κοίταζε και μετά ένευσε. «Ναι. Ακριβώς. Εκείνοι οι κόσμοι είναι πράγματι καθρέφτες, κατά κάποιον τρόπο, ειδικά εκείνοι στους οποίους δεν υπάρχουν άνθρωποι. Μερικοί καθρεφτίζουν μονάχα σπουδαία γεγονότα του πραγματικού κόσμου, αλλά μερικοί έχουν μια σκιά αυτής της αντανάκλασης πριν καν συμβεί το γεγονός. Το πέρασμα του Κέρατος του Βαλίρ σίγουρα θα ήταν σπουδαίο γεγονός. Οι αντανακλάσεις αυτού που μέλλει να συμβεί είναι πιο αμυδρές από τις αντανακλάσεις αυτού που είναι, ή αυτού που ήταν, ακριβώς αυτό που λέει ο Χούριν, ότι τα ίχνη που ακολουθούσε ήταν αμυδρά».

Ο Χούριν ανοιγόκλεισε τα μάτια με απορία. «Εννοείς, Αρχόντισσά μου, ότι μύριζα το πού θα πάνε οι Σκοτεινόφιλοι; Το Φως να με βοηθήσει, δεν θα μ’ άρεσε αυτό. Δεν μου φτάνει που μυρίζω το μέρος που υπήρξε βία, θα είχα κι από πάνω να μυρίζω τα μέρη που θα υπάρξει. Δεν μπορεί να είναι πολλά τα σημεία που δεν θα συμβεί κάποια βίαιη πράξη κάποια στιγμή. Σίγουρα θα μου σάλευε, αν ήταν έτσι. Στο μέρος που ήμασταν, παραλίγο να μου σαλέψει. Τα μύριζα συνεχώς εκεί, σκοτωμούς και πόνο, το πιο ρυπαρό κακό που μπορείς να φαντασθείς. Ακόμα και πάνω μας το μύριζα. Πάνω σ’ όλους μας. Ακόμα και σε σένα, Αρχόντισσά μου, και με συγχωρείς που το λέω. Έφταιγε το μέρος, που με μπέρδευε όπως μπέρδευε το βλέμμα». Τίναζε το κεφάλι. «Χαίρομαι που φύγαμε από κει. Ακόμα δεν μπορώ να το διώξω εντελώς από τη μύτη μου».