Ο Ραντ έτριψε αφηρημένα το αποτύπωμα στην παλάμη του. «Τι γνώμη έχεις, Λόιαλ; Μπορεί να είμαστε στ’ αλήθεια μπροστά από τους Σκοτεινόφιλους του Φάιν;»
Ο Ογκιρανός σήκωσε τους ώμους, με σκοτεινό ύφος. «Δεν ξέρω, Ραντ. Δεν ξέρω τίποτα γι’ αυτά. Νομίζω ότι είμαστε πάλι στον κόσμο μας. Νομίζω ότι είμαστε στο Μαχαίρι του Σφαγέα. Πέρα απ’ αυτό...» Σήκωσε πάλι τους ώμους.
«Πρέπει να σε πάμε στην πατρίδα σου, Σελήνη», είπε ο Ραντ. «Οι δικοί σου θα ανησυχούν».
«Μερικές μέρες και θα δούμε αν έχω δίκιο», είπε εκείνη ανυπόμονα. «Ο Χούριν μπορεί να βρει το σημείο που ήταν τα ίχνη· το είπε. Μπορούμε να το παρακολουθήσουμε. Το Κέρας του Βαλίρ δεν θα αργήσει να φτάσει εδώ. Το Κέρας του Βαλίρ, Ραντ. Σκέψου το. Ο άνθρωπος που θα ηχήσει το Κέρας θα ζήσει παντοτινά στους θρύλους».
«Δεν θέλω καμία σχέση με θρύλους», είπε κοφτά ο Ραντ. Αλλά, αν σου ξεφύγουν οι Σκοτεινόφιλοι... Αν ο Ίνγκταρ τους έχασε; Τότε οι Σκοτεινόφιλοι θα έχουν το Κέρας του Βαλίρ και ο Ματ θα πεθάνει. «Εντάξει, λίγες μέρες. Στη χειρότερη περίπτωση ίσως συναντήσουμε τον Ίνγκταρ και τους άλλους. Δεν φαντάζομαι να σταμάτησαν, ή να γύρισαν πίσω επειδή εμείς... φύγαμε».
«Σοφή απόφαση, Ραντ», είπε η Σελήνη, «και συνετά παρμένη». Του άγγιξε το μπράτσο και χαμογέλασε, κι αυτός σκέφτηκε πάλι ότι τη φιλούσε.
«Ε... πρέπει να είμαστε πιο κοντά στο σημείο που θα έρθουν. Αν έρθουν. Χούριν, μπορείς να βρεις μέρος να στρατοπεδεύσουμε πριν σκοτεινιάσει, κάπου που να μπορούμε να φυλάμε σκοπιά για το σημείο που έχασες τα ίχνη;» Κοίταξε τη Διαβατική Λίθο και σκέφτηκε το ηώς είχε κοιμηθεί κοντά της την άλλη φορά, σκέφτηκε πώς είχε συρθεί πάνω του το κενό στον ύπνο του την άλλη φορά, και το φως στο κενό. «Κάπου μακριά από δω».
«Άφησε το πάνω μου, Άρχοντα Ραντ». Ο μυριστής όρμηξε στη σέλα του. «Το ορκίζομαι, δεν θα ξανακοιμηθώ χωρίς να δω πρώτα τι σόι πέτρες είναι εκεί κοντά».
Καθώς ο Ραντ έβγαινε από το λάκκωμα καβάλα στον Κοκκινοτρίχη, κατάλαβε ότι κοίταζε τη Σελήνη πιο συχνά απ’ όσο τον Χούριν. Έμοιαζε να έχει τόση ψυχραιμία κι αυτοπεποίθηση, δεν φαινόταν μεγαλύτερη του κι όμως είχε τρόπους βασίλισσας, αλλά όταν του χαμογελούσε, όπως έκανε εκείνη τη στιγμή... Η Εγκουέν δεν Θα έλεγε ότι είμαι σοφός. Η Εγκουέν θα με έλεγε χοντροκέφαλο. Κλώτσησε τον Κοκκινοτρίχη εκνευρισμένος.
18
Προς το Λευκό Πύργο
Η Εγκουέν στεκόταν κρατώντας την ισορροπία της στο κατάστρωμα που παλατζάριζε, καθώς η Βασίλισσα του Ποταμού κατέβαινε τον πλατύ Ερίνιν κάτω από το σκοτεινό, συννεφιασμένο ουρανό, με τα πανιά φουσκωμένα και τον άνεμο να δέρνει λυσσασμένα το λάβαρο με τη Λευκή Φλόγα στο μεσαίο κατάρτι. Ο αέρας είχε δυναμώσει μόλις είχε ανέβει και ο τελευταίος στα πλοία; τότε στο Μέντο, και δεν είχε σταματήσει ή κοπάσει στιγμή από τότε, ούτε μέρα ούτε νύχτα. Ο ποταμός είχε αρχίσει να κυλά φουσκωμένος, όπως και τώρα, τραντάζοντάς τα, ενώ ταυτόχρονα τα έσπρωχνε μπροστά. Ο άνεμος και ο ποταμός δεν είχαν σταματήσει, ούτε και τα πλοία, που ήταν μαζεμένα κοντά. Οδηγούσε η Βασίλισσα του Ποταμού, κι ήταν σωστό, μιας και μετέφερε την Έδρα της Άμερλιν.
Ο τιμονιέρης κρατούσε βλοσυρός το πηδάλιο, με τα πόδια απλωμένα και στηριγμένα γερά, και οι ναύτες πηγαινοέρχονταν ξυπόλυτοι στις δουλειές τους, αφοσιωμένοι σ’ ό,τι έκαναν· όταν κοίταζαν τον ουρανό ή το ποτάμι, αμέσως ξανατραβούσαν το βλέμμα μουρμουρίζοντας. Πίσω τους χανόταν από τα μάτια ένα χωριό κι ένα αγόρι έτρεχε να τους παραβγεί στην όχθη· είχε ακολουθήσει τα πλοία για λίγη απόσταση, αλλά τώρα το άφηναν πίσω τους. Όταν χάθηκε, η Εγκουέν κατέβηκε κάτω.
Στη μικρή, κοινή καμπίνα τους, η Νυνάβε την αγριοκοίταζε από τη στενή κουκέτα της. «Λένε ότι θα φτάσουμε σήμερα στην Ταρ Βάλον. Το Φως να με βοηθήσει, θα χαρώ να ξαναπατήσω στεριά, ακόμα κι αν είναι η Ταρ Βάλον». Το πλοίο κλυδωνίστηκε από τον αέρα και το ρεύμα και η Νυνάβε ξεροκατάπιε. «Ποτέ ξανά δεν θα πατήσω το πόδι μου σε πλοίο», είπε ξέπνοα.
Η Εγκουέν τίναξε το μανδύα της για να διώξει τα αφρόνερα από το ποτάμι που την είχαν καταβρέξει και το έβαλε σε ένα κρεμαστάρι κοντά στην πόρτα. Η καμπίνα δεν ήταν μεγάλη —δεν φαινόταν να υπάρχει μεγάλη καμπίνα στο πλοίο, ούτε ακόμα και εκείνη που είχε πάρει η Άμερλιν από τον καπετάνιο, αν και ήταν μεγαλύτερη από τις άλλες. Έτσι όπως είχε τα δύο κρεβάτια, κολλητά στους τοίχους, με ράφια από κάτω τους και ντουλάπια από πάνω, όλα έμοιαζαν να είναι τόσο κοντά, που έφτανε να απλώσεις το χέρι για να τα πιάσεις.