Αν και αναγκαζόταν να προσέχει την ισορροπία της, οι κινήσεις του πλοίου δεν την ενοχλούσαν όπως τη Νυνάβε· είχε σταματήσει να προσφέρει στη Νυνάβε φαγητό την τρίτη φορά που η Σοφία της είχε πετάξει τη γαβάθα. «Ανησυχώ για τον Ραντ», είπε.
«Ανησυχώ για όλους», απάντησε ζαλισμένα η Νυνάβε. Μετά από μια στιγμή, πρόσθεσε, «Είδες κι άλλο όνειρο χθες το βράδυ; Έχεις ένα χαμένο βλέμμα από τη στιγμή που σηκώθηκες...»
Η Εγκουέν ένευσε. Ποτέ δεν κατάφερνε να κρύψει τίποτα από τη Νυνάβε και δεν είχε δοκιμάσει να κρύψει τα όνειρά της. Η Νυνάβε στην αρχή είχε προσπαθήσει να βρει κάποιο φάρμακο, ώσπου άκουσε μια Άες Σεντάι να δείχνει ενδιαφέρον· μετά, το πίστεψε. «Ήταν όπως όλα τα άλλα. Διαφορετικό, αλλά ίδιο. Ο Ραντ αντιμετωπίζει κάποιον κίνδυνο. Το ξέρω. Και η κατάσταση χειροτερεύει. Έκανε κάτι, ή θα κάνει κάτι, που θα τον βάλει σε...» Έπεσε στο κρεβάτι της και έσκυψε προς την άλλη γυναίκα. «Εύχομαι μόνο να μπορούσα να βγάλω νόημα απ’ όλα αυτά».
«Διαβιβάζει;» είπε η Νυνάβε χαμηλόφωνα.
Άθελά της η Εγκουέν κοίταξε γύρω για να δει μήπως ήταν κανείς εκεί και άκουγε. Ήταν μόνες, με την πόρτα κλειστή, αλλά και πάλι μίλησε χαμηλόφωνα. «Δεν ξέρω. Ίσως». Δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι μπορούσαν να κάνουν οι Άες Σεντάι —είχε κιόλας δει αρκετά για να πιστέψει όλα τα παραμύθια για τις δυνάμεις τους— και δεν ήθελε να ρισκάρει το ενδεχόμενο να κρυφάκουγε κάποια. Δεν θα βάλω τον Ραντ σε κίνδυνο. Αν έκανα το σωστό, θα τους το έλεγα, αλλά η Μουαραίν ξέρει και δεν το έχει πει. Είναι ο Ραντ! Δεν μπορώ. «Δεν ξέρω τι να κάνω».
«Έχει πει τίποτα άλλο η Ανάγια για τα όνειρα;» Η Νυνάβε φρόντιζε να μην προσθέτει ποτέ τον τίτλο Σεντάι, ακόμα κι όταν ήταν μόνες οι δυο τους. Οι πιο πολλές Άες Σεντάι δεν έδειχναν να νοιάζονται, αλλά αυτή η συνήθεια έκανε μερικές να την κοιτάξουν παράξενα και κάποιες άλλες να της ρίξουν αυστηρές ματιές· στο κάτω-κάτω, πήγαινε να εκπαιδευθεί στον Λευκό Πύργο.
«‘Ο Τροχός υφαίνει όπως ο Τροχός το θέλει’», είπε η Εγκουέν, παραθέτοντας τα λόγια της Ανάγια. «‘Το αγόρι είναι πολύ μακριά, παιδί μου, και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα μέχρι να μάθουμε περισσότερα. Θα φροντίσω να σε περάσω εγώ η ίδια από τη δοκιμασία, όταν φτάσουμε στο Λευκό Πύργο, παιδί μου’. Ααα! Ξέρει ότι κάτι υπάρχει σ’ αυτά τα όνειρα. Το ξέρω ότι ξέρει. Τη συμπαθώ αυτή τη γυναίκα, Νυνάβε· τη συμπαθώ. Αλλά δεν μου λέει αυτά που θέλω να μάθω. Και δεν μπορώ να της πω τα πάντα. Ίσως, αν μπορούσα...»
«Πάλι ο άνδρας με τη μάσκα;»
Η Εγκουέν ένευσε. Για κάποιον λόγο, ήταν βέβαιη πως ήταν καλύτερα να μην πει στην Ανάγια γι’ αυτόν. Δεν μπορούσε να φανταστεί γιατί, αλλά ήταν βέβαιη. Ο άνδρας που τα μάτια του ήταν φωτιά είχε εμφανιστεί τρεις φορές στα όνειρά της, πάντα όταν η Εγκουέν ονειρευόταν, κάτι που την έπειθε ότι ο Ραντ κινδύνευε. Πάντα φορούσε μάσκα· μερικές φορές η Εγκουέν μπορούσε να δει τα μάτια του και μερικές φορές το μόνο που έβλεπε στη θέση τους ήταν η φωτιά. «Γέλασε μαζί μου. Έδειξε τόση... περιφρόνηση. Σαν να ήμουν ένα κουταβάκι, που θα το παραμέριζε από το δρόμο του με τη μπότα. Με φοβίζει αυτό. Με φοβίζει αυτός».
«Είσαι σίγουρη ότι έχει σχέση με τα άλλα όνειρα, με τον Ραντ; Μερικές φορές το όνειρο είναι απλώς όνειρο».
Η Εγκουέν σήκωσε τα χέρια. «Και μερικές φορές, Νυνάβε, κάνεις σαν την Ανάγια Σεντάι!» Έβαλε ιδιαίτερη έμφαση στον τίτλο και χάρηκε όταν είδε τη Νυνάβε να κάνει μια γκριμάτσα.
«Αν σηκωθώ ποτέ απ’ αυτό το κρεβάτι, Εγκουέν—»
Ένα χτύπημα στην πόρτα έκοψε τα λόγια που δα έλεγε η Νυνάβε. Πριν η Εγκουέν προλάβει να μιλήσει, ή να κάνει οποιαδήποτε κίνηση, η ίδια η Άμερλιν μπήκε μέσα και έκλεισε την πόρτα πίσω της, Ήταν, τι θαύμα, μόνη της· σπάνια έφευγε από την καμπίνα της, και όταν έβγαινε ήταν πάντα με τη Ληάνε στο πλευρό της και ίσως με άλλη μια Άες Σεντάι.
Η Εγκουέν σηκώθηκε σαν αστραπή. Το δωμάτιο ήταν λιγάκι στενό, τώρα που ήταν τρεις μέσα.
«Νιώθετε καλά;» είπε κεφάτα η Άμερλιν. Έγειρε το κεφάλι προς τη Νυνάβε. «Τρως καλά, φαντάζομαι; Είσαι ευδιάθετη;»
Η Νυνάβε πάλεψε να ανακαθίσει, με τη ράχη να στηρίζεται στον τοίχο. «Η διάθεση μου είναι μια χαρά, σ’ ευχαριστώ πολύ».
«Μας τιμάς, Μητέρα», άρχισε να λέει η Εγκουέν, αλλά η Άμερλιν της έκανε νόημα να σωπάσει.
«Είναι ωραίο να βρίσκεσαι πάλι στο νερό, αλλά καταντά βαρετό σα νερολακούβα μετά από λίγο, όταν δεν έχεις τίποτα να κάνεις». Το πλοίο έγειρε κι αυτή κουνήθηκε, κρατώντας την ισορροπία της χωρίς να δείχνει ότι το είχε καταλάβει. «Εγώ θα κάνω το σημερινό μάθημα». Κάθισε στο κρεβάτι της Εγκουέν, με τα πόδια διπλωμένα κάτω από το σώμα της. «Κάθισε, παιδί μου».