Η Εγκουέν κάθισε, αλλά η Νυνάβε προσπάθησε να σηκωθεί όρθια. «Λέω να πάω στο κατάστρωμα».
«Είπα, κάθισε!» Η φωνή της Άμερλιν ήχησε σαν μαστίγιο, αλλά η Νυνάβε συνέχισε την προσπάθεια να σηκωθεί, τρέμοντας. Είχε ακόμα τα δύο χέρια στο κρεβάτι, αλλά είχε σχεδόν σηκωθεί όρθια. Η Εγκουέν ετοιμάστηκε για να την πιάσει, όταν θα έπεφτε.
Η Νυνάβε, κλείνοντας τα μάτια, χαμήλωσε αργά στο κρεβάτι. «Ίσως μείνω. Σίγουρα θα φυσά αέρας εκεί πάνω».
Η Άμερλιν γέλασε ξερά. «Μου είπαν ότι είσαι νευριασμένη, σαν ψαροπούλι με κόκαλο στο λαιμό. Μερικές, παιδί μου, λένε ότι καλά θα ήταν να περάσεις λίγο καιρό ως μαθητευόμενη, παρά την ηλικία σου. Εγώ είπα ότι, αν έχεις την ικανότητα που ακούω, τότε σου αξίζει να γίνεις Αποδεχθείσα». Γέλασε πάλι. «Πάντα πιστεύω ότι πρέπει να δίνουμε στους ανθρώπους αυτό που τους αξίζει. Μάλιστα. Υποπτεύομαι πως θα μάθεις πολλά, όταν φτάσεις στο Λευκό Πύργο».
«Θα προτιμούσα να μου μάθει ένας Πρόμαχος πώς να κρατώ το σπαθί», μούγκρισε η Νυνάβε. Κατάπιε σπασμωδικά και άνοιξε τα μάτια. «Υπάρχει ένα άτομο που θέλω να του δώσω ένα μάθημα». Η Εγκουέν την κοίταξε αυστηρά· άραγε η Νυνάβε εννοούσε την Άμερλιν —κάτι που ήταν ανόητο, αλλά κι επικίνδυνο— ή τον Λαν; Η Νυνάβε της έβαζε τις φωνές κάδε φορά που αναφερόταν το όνομά του.
«Το σπαθί;» είπε η Άμερλιν. «Ποτέ δεν πίστεψα ότι το σπαθί είναι χρήσιμο —ακόμα κι όταν έχεις τη δεξιοτεχνία, παιδί μου, υπάρχουν πάντα άλλοι που είναι ισάξιοί σου και πιο χεροδύναμοι— αλλά, αν θες σπαθί...» Σήκωσε το χέρι —η Εγκουέν έμεινε με κομμένη την ανάσα, ακόμα και η Νυνάβε γούρλωσε τα μάτια— και κρατούσε σπαθί. Ένα σπαθί που είχε λεπίδα και λαβή με ένα παράξενο γαλαζωπό χρώμα, και φαινόταν κατά κάποιον τρόπο... κρύο. «Φτιαγμένο από τον αέρα, παιδί μου, με Αέρα. Είναι καλό, ίσως και καλύτερο από τις περισσότερες ατσάλινες λεπίδες, μα και πάλι δεν είναι χρήσιμο». Το σπαθί έγινε μαχαίρι για ξεκοίλιασμα ψαριών. Δεν μίκρυνε· απλώς, πρώτα ήταν το ένα και μετά το άλλο. «Αυτό, όμως, είναι χρήσιμο». Το μαχαίρι έγινε ομίχλη, και η ομίχλη χάθηκε. Η Άμερλιν κατέβασε πάλι το άδειο χέρι στην αγκαλιά της. «Αλλά δεν αξίζει ο κόπος, ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Καλύτερο, ευκολότερο, είναι να έχεις μαζί σου ένα καλό μαχαίρι. Θα πρέπει να μάθεις πότε να χρησιμοποιείς την ικανότητά σου, όχι μόνο το πως, κι επίσης πότε να κάνεις κάτι όπως το κάνουν όλες οι γυναίκες. Άσε τον σιδερά να κάνει μαχαίρια για ψάρια. Αν χρησιμοποιείς τη Μία Δύναμη πολύ συχνά και χωρίς ώριο, τότε θα αρχίσει να σου αρέσει παραπάνω απ’ όσο πρέπει. Εκεί βρίσκεται ο κίνδυνος. Αρχίζεις να θέλεις περισσότερη και κάποια στιγμή θα διακινδυνεύσεις να αντλήσεις περισσότερη απ’ όση έμαθες να χειρίζεσαι. Κι αυτό μπορεί να σε κάψει σαν κερί, ή—»
«Αν πρέπει να τα μάθω όλα αυτά», είπε η Νυνάβε ξινά, «θα προτιμούσα να μάθω κάτι χρήσιμο. Όλα αυτά — αυτά τα... ‘Κάνε τον αέρα να σαλέψει, Νυνάβε. Άναψε το κερί, Νυνάβε. Τώρα σβήσε το. Ξανάναψε το’. Πα!»
Η Εγκουέν έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. Σε παρακαλώ, Νυνάβε. Σε παρακαλώ, κράτα τα νεύρα σου. Δάγκωσε τα χείλη της για να μην το πει.
Η Άμερλιν έμεινε σιωπηλή για μια στιγμή. «Χρήσιμο», είπε τελικά. «Κάτι χρήσιμο. Ήθελες σπαθί. Ας πούμε ότι ερχόταν ένας άνδρας καταπάνω μου με σπαθί. Τι θα έκανα; Κάτι χρήσιμο, να είσαι σίγουρη. Αυτό, νομίζω».
Για μια στιγμή η Εγκουέν πίστεψε πως έβλεπε μια λάμψη γύρω από τη γυναίκα στην άλλη άκρη του κρεβατιού της. Έπειτα ο αέρας φάνηκε να πυκνώνει· απ’ ό,τι μπορούσε να δει η Εγκουέν δεν είχε αλλάξει τίποτα, αλλά σίγουρα το ένιωθε. Προσπάθησε να σηκώσει το χέρι της· ο αέρας δεν παραμέρισε, ήταν σαν να την είχαν βαμμένη ως το λαιμό σε πηχτή μαρμελάδα. Δεν μπορούσε να κουνήσει τίποτα εκτός από το κεφάλι της.
«Ελευθέρωσε με!» τσίριξε η Νυνάβε. Τα μάτια της έριχναν αγριεμένες ματιές και το κεφάλι της τιναζόταν δεξιά κι αριστερά, αλλά το υπόλοιπο κορμί της καθόταν ασάλευτο σαν άγαλμα. Η Εγκουέν κατάλαβε πως δεν ήταν η μόνη αιχμαλωτισμένη. «Άφησέ με!»
«Χρήσιμο, δεν νομίζεις; Και δεν είναι παρά μόνο Αέρας». Η Άμερλιν μιλούσε απλά και φιλικά, σαν να συζητούσαν πίνοντας τσάι. «Δυο μέτρα μπόι, με ποντίκια και σπαθί, και το σπαθί του είναι άχρηστο όσο οι τρίχες στο στήθος».
«Άφησέ με είπα!»
«Και αν δεν μου αρέσει το μέρος που είναι, ε, τότε τον σηκώνω». Η Νυνάβε έκρωξε λυσσασμένα, καθώς υψωνόταν αργά, ακόμα σε καθιστή θέση, ώσπου το κεφάλι της άγγιξε το ταβάνι. Η Άμερλιν χαμογέλασε. «Συχνά ευχόμουν να μπορούσα να το χρησιμοποιήσω αυτό για να πετάξω. Τα αρχεία λένε ότι οι Άμερλιν μπορούσαν να πετάξουν, στην Εποχή των Θρύλων, αλλά δεν λένε με σαφήνεια πώς. Όχι μ’ αυτόν τον τρόπο όμως. Δεν λειτουργεί έτσι. Θα μπορούσες να απλώσεις τα χέρια και να σηκώσεις ένα κιβώτιο που ζυγίζει όσο κι εσύ. Φαίνεσαι δυνατή. Αλλά, απ’ όπου και να πιάσεις το κορμί σου, δεν μπορείς να το σηκώσεις».