Выбрать главу

Το κεφάλι της Νυνάβε τιναζόταν μανιασμένα, όμως οι υπόλοιποι μύες της δεν σάλευαν καν. «Που να σε κάψει το Φως, άφησε με!»

Η Εγκουέν ξεροκατάπιε και ευχήθηκε να μην τη σήκωνε κι αυτήν.

«Επομένως», συνέχισε η Άμερλιν, «να ο μεγάλος και τριχωτός και τα λοιπά άνδρας. Δεν μπορεί να μου κάνει τίποτα, ενώ εγώ μπορώ να του κάνω τα πάντα. Αν μου περνούσε από το νου» —έγειρε μπροστά, με τα μάτια καρφωμένα στη Νυνάβε· το χαμόγελό της δεν φαινόταν πολύ φιλικό— «θα μπορούσα να τον αναποδογυρίσω και να τους τις βρέξω στα μαλακά. Όπως ακριβώς—» Ξαφνικά η Άμερλιν πέταξε προς τα πίσω, τόσο δυνατά που το κεφάλι της αναπήδησε στον τοίχο, και έμεινε εκεί, σαν κάτι να την πίεζε.

Η Εγκουέν κοίταζε χάσκοντας. Αυτό δεν συμβαίνει. Δεν συμβαίνει.

«Είχαν δίκιο», είπε η Άμερλιν. Η φωνή της ακουγόταν πνιχτή, σαν να δυσκολευόταν να αναπνεύσει. «Έλεγαν ότι μαθαίνεις γρήγορα. Και είπαν ότι έπρεπε να ανάψει ο θυμός σου για να αγγίξεις την καρδιά των ικανοτήτων σου». Ανάσανε με μόχθο. «Να ελευθερώσουμε μαζί η μια την άλλη, παιδί μου;»

Η Νυνάβε, που έπλεε στον αέρα με τα μάτια να πετούν φλόγες, είπε, «Άφησέ με, τώρα αμέσως, αλλιώς θα—» Ξαφνικά μια έκφραση κατάπληξης φάνηκε στο πρόσωπό της, μια έκφραση απώλειας. Το στόμα της ανοιγόκλεισε δίχως ήχο.

Η Άμερλιν ανακάθισε, κουνώντας τους ώμους της. «Ακόμα δεν ξέρεις τα πάντα, ε, παιδί μου; Ούτε το ένα εκατοστό απ’ όλα. Δεν υποψιαζόσουν ότι μπορούσα να σε αποκόψω από την Αληθινή Πηγή. Μπορείς ακόμα να τη νιώσεις εκεί, αλλά δεν μπορείς να την αγγίζεις, όπως ένα ψάρι δεν μπορεί να αγγίξει το φεγγάρι. Όταν μάθεις αρκετά για να γίνεις πλήρες μέλος της αδελφότητος, δεν θα μπορεί να σου το κάνει αυτό μια γυναίκα μόνη της. Όσο δυνατότερη γίνεσαι, τόσο περισσότερες Άες Σεντάι θα είναι απαραίτητες για να σε θωρακίσουν ενάντια στη βούλησή σου. Μήπως τώρα θες να μάθεις;» η Νυνάβε έσφιξε τα χείλη, τόσο που έμεινε μια λεπτή γραμμή και την κοίταξε κατάματα με σκοτεινό ύφος. Η Άμερλιν αναστέναξε. «Αν δεν ήταν τόσο μεγάλες οι λανθάνουσες ικανότητές σου, παιδί μου, θα σε έστελνα στην Κυρά των Μαθητευομένων και θα της έλεγα να σε κρατήσει εκεί για όλη σου τη ζωή. Αλλά θα σου έρθει αυτό που σου αξίζει».

Η Νυνάβε γούρλωσε τα μάτια και μόλις που πρόλαβε να βγάλει μια τσιρίδα, που την έκοψε όταν έπεσε και βρόντηξε στο κρεβάτι μ’ ένα δυνατό γδούπο. Η Εγκουέν έκανε μια γκριμάτσα· τα στρώματα ήταν λεπτά και το ξύλο από κάτω σκληρό. Το πρόσωπο της Νυνάβε έμεινε παγωμένο, και το σώμα της σάλεψε εκεί που ήταν, όχι πολύ.

«Και τώρα», είπε η Άμερλιν με ατάραχη φωνή, «αν δεν θέλεις κι άλλη επίδειξη, ας προχωρήσουμε στο μάθημα. Ας συνεχίσουμε το μάθημα, θα μπορούσαμε να πούμε».

«Μητέρα;» είπε αδύναμα η Εγκουέν. Ακόμα δεν μπορούσε να κουνηθεί από το σαγόνι και κάτω.

Η Άμερλιν την κοίταζε ερωτηματικά, κι έπειτα χαμογέλασε. «Α. Συγνώμη, παιδί μου. Φοβάμαι ότι η φίλη σου απασχολούσε την προσοχή μου». Ξαφνικά η Εγκουέν ένιωσε ότι μπορούσε να κουνηθεί ξανά· σήκωσε τα χέρια της, μόνο για να πειστεί ότι μπορούσε. «Είστε έτοιμες να μάθετε;»

«Ναι, Μητέρα», είπε γοργά η Εγκουέν,

Η Άμερλιν κοίταξε τη Νυνάβε, υψώνοντας το φρύδι της.

Μετά από μια στιγμή» η Νυνάβε είπε πνιγμένα, «Ναι, Μητέρα».

Η Εγκουέν αναστέναξε ανακουφισμένη.

«Ωραία. Τώρα, λοιπόν. Αδειάστε τις σκέψεις σας κι αφήστε μόνο ένα μπουμπούκι».

Η Εγκουέν ήταν λουσμένη στον ιδρώτα όταν πια έφυγε η Άμερλιν. Πίστευε πως μερικές από τις άλλες Άες Σεντάι ήταν κακές δασκάλες, αλλά αυτή η χαμογελαστή γυναίκα με το κοινό πρόσωπο τις έπειθε να βάλουν τα δυνατά τους, τις εξαντλούσε, και όταν δεν είχε απομείνει τίποτα κατόρθωνε να βγάλει κι άλλα από μέσα τους. Όλα όμως είχαν πάει καλά. Καθώς η πόρτα έκλεινε πίσω από την Άμερλιν, η Εγκουέν σήκωσε το χέρι της· μια φλογίτσα ξεπήδησε, ισορροπώντας σε απόσταση μιας τρίχας πάνω από την άκρη του δείκτη της, και μετά άρχισε να χορεύει από το ένα δάχτυλο στο άλλο. Κανονικά απαγορευόταν να το κάνει δίχως δασκάλα —κάποια Αποδεχθείσα, τουλάχιστον— να την επιβλέπει, αλλά ήταν τόσο ενθουσιασμένη με την πρόοδο της που δεν το σκέφτηκε καν.

Η Νυνάβε όρμηξε όρθια και πέταξε το μαξιλάρι της στην πόρτα που έκλεινε. «Η — ρυπαρή, η ελεεινή, η τιποτένια — η παλιόγρια! Το Φως να την κάψει! Θα ’θελα εγώ να τη ρίξω στα ψάρια! Θα ’θελα να την ποτίσω ένα καταπότι, που να την κάνει πράσινη για όλη της τη ζωή! Δεν με νοιάζει το ότι είναι αρκετά μεγάλη για να ’ναι μητέρα μου, αν την είχα στο Πεδίο του Έμοντ, θα έκανε πολύ καιρό να καθίσει χωρίς να πονά...» Έτριξε τα δόντια με τόση δύναμη, που η άλλη γυναίκα τρόμαξε.