Η Εγκουέν άφησε τη φλόγα να σβήσει και χαμήλωσε το βλέμμα. Σκεφτόταν ότι μακάρι να εύρισκε τρόπο να βγει από το δωμάτιο χωρίς να κοιτάξει τη Νυνάβε στα μάτια.
Το μάθημα δεν είχε πάει καλά για τη Νυνάβε, επειδή συγκρατούσε τα νεύρα της μέχρι τη στιγμή που είχε φύγει η Άμερλιν. Ποτέ δεν κατάφερνε κάτι το ιδιαίτερο αν δεν ήταν θυμωμένη, και τότε όλα έβγαιναν σαν πλημμύρα από μέσα της. Βλέποντας ότι η μια αποτυχία ακολουθούσε την άλλη, η Άμερλιν είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να την ξεσηκώσει πάλι, Η Εγκουέν ευχόταν να ξεχνούσε η Νυνάβε ότι ήταν κι αυτή εκεί, βλέποντας κι ακούγοντας.
Η Νυνάβε προχώρησε μουδιασμένα προς το κρεβάτι της και στάθηκε κοιτάζοντας τον τοίχο του, με τη γροθιά σφιγμένη στο πλευρό της. Η Εγκουέν κοίταξε την πόρτα με λαχτάρα.
«Δεν ήταν δικό σου το σφάλμα», είπε η Νυνάβε, και η Εγκουέν τινάχτηκε.
«Νυνάβε—»
Η Νυνάβε γύρισε και την κοίταξε. «Δεν ήταν δικό σου το σφάλμα», επανέλαβε, χωρίς να δείχνει ότι είχε πειστεί. «Αλλά, αν πεις λέξη σε κανέναν, Θα σε — Θα σε...»
«Ούτε λέξη», είπε γοργά η Εγκουέν. «Ούτε που θυμάμαι τίποτα για να πω λέξη».
Η Νυνάβε την κοίταξε λιγάκι ακόμα και ένευσε. Ξαφνικά, ξίνισε τα μούτρα της. «Φως μου, δεν ήξερα ότι υπάρχει κάτι με χειρότερη γεύση από τη ρίζα προβατόγλωσσας. Θα το θυμάμαι την άλλη φορά που θα παιδιαρίζεις, γι’ αυτό πρόσεχε».
Η Εγκουέν μόρφασε. Αυτό ήταν το πρώτο που είχε δοκιμάσει η Άμερλιν για να συδαυλίσει το θυμό της Νυνάβε. Είχε εμφανιστεί ξαφνικά μια σκούρα, πηχτή μάζα από κάτι που γυάλιζε σαν λίπος και μύριζε βρωμερά, και είχε μπει στο στόμα της Νυνάβε» ενώ η Άμερλιν την κρατούσε με τη Δύναμη. Η Άμερλιν, μάλιστα, της είχε σφίξει τη μύτη για να την κάνει να το καταπιεί. Και η Νυνάβε θυμόταν καλά, ακόμα κι αν το είχε δει να γίνεται μόνο μία φορά. Η Εγκουέν δεν πίστευε πως υπήρχε τρόπος να σταματήσει τη Νυνάβε, αν αποφάσιζε να της το κάνει· παρά την πετυχημένη προσπάθειά της να κάνει τη φλόγα να χορέψει, δεν θα κατάφερνε να κολλήσει την Άμερλιν στον τοίχο. «Τουλάχιστον το πλοίο δεν σου φέρνει πια ναυτία».
Η Νυνάβε γρύλισε, και μετά άφησε ένα γοργό, κοφτό γέλιο. «Είμαι τόσο θυμωμένη, που δεν με πιάνει ναυτία». Γέλασε πάλι πένθιμα και κούνησε το κεφάλι, «Νιώθω τόσο φριχτά, που δεν με πιάνει ναυτία. Φως μου, νιώθω σαν να με πέρασαν από το μύλο. Αν είναι έτσι η εκπαίδευση των μαθητευομένων, θα έχεις κίνητρο να μάθεις γρήγορα».
Η Εγκουέν κοίταξε τα γόνατά της μουτρωμένη. Σε σύγκριση με τη Νυνάβε, η Άμερλιν απλώς είχε παροτρύνει την Εγκουέν, είχε χαμογελάσει με τις επιτυχίες της, την είχε συμπονέσει για τις αποτυχίες και μετά την είχε παροτρύνει ξανά. Μα όλες οι Άες Σεντάι έλεγαν ότι στο Λευκό Πύργο θα ήταν αλλιώτικα· θα ήταν πιο δύσκολα, αν και δεν έλεγαν πώς. Αν έπρεπε να υπομένει αυτά που είχε περάσει η Νυνάβε τώρα, τη μια μέρα μετά την άλλη, δεν πίστευε πως θα το άντεχε.
Κάτι άλλαξε στην κίνηση του πλοίου. Το κούνημα καταλάγιασε και στο κατάστρωμα πάνω τους ακούστηκαν ποδοβολητά. Ένας άνδρας φώναζε κάτι, το οποίο η Εγκουέν δεν μπόρεσε να καταλάβει.
Σήκωσε το βλέμμα στη Νυνάβε. «Λες... η Ταρ Βάλον;»
«Μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να δούμε», απάντησε η Νυνάβε, και πήρε το μανδύα της από το κρεμαστάρι με αποφασισμένο ύφος.
Όταν έφτασαν στο κατάστρωμα, υπήρχαν παντού ναύτες που έτρεχαν, τραβούσαν σχοινιά, κατέβαζαν πανιά, ετοίμαζαν μακριά κουπιά. Τώρα ο άνεμος είχε κοπάσει και φυσούσε ένα αεράκι μόνο, και τα σύννεφα σκόρπιζαν.
Η Εγκουέν έτρεξε στην κουπαστή. «Αυτή είναι! Αυτή είναι η Ταρ Βάλον!» Η Νυνάβε πήγε κοντά της ανέκφραστη.
Το νησί ήταν τόσο μεγάλο, που το ποτάμι έμοιαζε να ανοίγει στα δύο παρά να περικλείει μια άκρη γης. Γέφυρες, που έμοιαζαν φτιαγμένες από δαντέλα, εκτείνονταν από όλες τις όχθες ως το νησί, περνώντας όχι μόνο πάνω από το ποτάμι, αλλά και πάνω από βαλτώδες έδαφος. Τα τείχη της πόλης, τα Λαμπερά Τείχη της Ταρ Βάλον, άστραψαν κατάλευκα, καθώς ο ήλιος ξεπρόβαλλε ανάμεσα στα σύννεφα. Και στη δυτική όχθη, με την τσακισμένη κορυφή του να αφήνει ένα λεπτό συννεφάκι καπνού, το Όρος του Δράκοντα υψωνόταν μαύρο κόντρα στον ουρανό, ένα βουνό που στεκόταν ανάμεσα σε κάμπους και χαμηλούς λόφους που σχημάτιζαν κυματάκια. Το Όρος του Δράκοντα, όπου είχε πεθάνει ο Δράκοντας. Το Όρος του Δράκοντα, που είχε δημιουργηθεί από το θάνατο του Δράκοντα.
Η Εγκουέν ευχήθηκε να μην είχε σκεφτεί τον Ραντ τη στιγμή που είχε κοιτάξει το βουνό. Ένας άνδρας που διαβιβάζει. Φως μου, βοήθησέ τον.
Η Βασίλισσα του Ποταμού πέρασε από ένα φαρδύ άνοιγμα του ψηλού, κυκλικού τείχους που χωνόταν ως το ποτάμι. Μέσα, μια μακριά αποβάθρα περιέβαλλε ένα στρογγυλό λιμάνι. Οι ναύτες μάζεψαν και τα τελευταία πανιά και έπιασαν τα μακριά κουπιά για να πάνε το πλοίο με την πρύμνη στην προβλήτα του. Στη μακριά αποβάθρα, τα άλλα πλοία που είχαν κατέβει το ποτάμι έμπαιναν στα αγκυροβόλια τους ανάμεσα στα πλοία που ήταν ήδη εκεί. Το λάβαρο με τη Λευκή Φλόγα ξεσήκωσε το μελίσσι των εργατών στην αποβάθρα, όπου ήδη γινόταν χαλασμός.