Η Άμερλιν βγήκε στο κατάστρωμα πριν δέσουν το πλοίο, αλλά οι λιμενεργάτες άπλωσαν σανιδόσκαλα αμέσως μόλις έκανε την εμφάνισή της. Η Ληάνε βάδιζε στο πλευρό της, κρατώντας το ραβδί με τη φλόγα στην κορυφή του, και οι άλλες Άες Σεντάι από το πλοίο τις ακολούθησαν στη στεριά. Καμιά τους δεν έδωσε σημασία στην Εγκουέν ή τη Νυνάβε. Στην αποβάθρα, μια αντιπροσωπεία χαιρέτησε την Άμερλιν — Άες Σεντάι, με σάλι, που υποκλίνονταν επίσημα και φιλούσαν το δαχτυλίδι της Άμερλιν. Η αποβάθρα βούιζε, αφού εκτός από την άφιξη της Έδρας της Άμερλιν υπήρχαν και τα πλοία που ξεφόρτωναν· οι στρατιώτες συντάχθηκαν όταν αποβιβάστηκαν, οι εργάτες έστησαν μπίγες για το φορτίο και οι σάλπιγγες παιάνισαν, αντιλαλώντας στον τοίχο και παραβγαίνοντας με τις ζητωκραυγές των θεατών.
Η Νυνάβε ξεφύσηξε δυνατά. «Φαίνεται ότι μας ξέχασαν. Έλα μαζί μου. Θα πάμε μόνες μας».
Η Εγκουέν δεν ήθελε να χάσει την πρώτη θέα της Ταρ Βάλον, αλλά ακολούθησε τη Νυνάβε κάτω για να μαζέψουν τα πράγματά τους. Όταν ξανανέβηκαν, με τα μπογαλάκια αγκαλιά, οι στρατιώτες και οι σάλπιγγες είχαν εξαφανιστεί — το ίδιο και οι Άες Σεντάι. Οι ναύτες άνοιγαν τις μπουκαπόρτες του καταστρώματος και κατέβαζαν σχοινιά στα αμπάρια.
Στο κατάστρωμα, η Νυνάβε έπιασε έναν λιμενεργάτη από το μπράτσο, έναν γεροδεμένο άνδρα με τραχύ καφέ πουκάμισο δίχως μανίκια. «Τα άλογά μας», άρχισε να του λέει.
«Δεν αδειάζω», μούγκρισε αυτός, τραβώντας το χέρι του. «Όλα τ’ άλογα τα πήραν στο Λευκό Πύργο». Τις κοίταζε από την κορφή ως τα νύχια. «Αν έχετε δουλειές στον Πύργο, καλύτερα να πάτε μόνες σας. Οι Άες Σεντάι δεν καλοβλέπουν τις καινούργιες που χασομερούν». Ένας άλλος άνδρας, που πάλευε με ένα δέμα που έβγαζαν με σχοινί από το αμπάρι, του φώναζε κάτι, κι αυτός άφησε τις γυναίκες δίχως δεύτερη ματιά.
Η Εγκουέν και η Νυνάβε κοιτάχτηκαν. Φαινόταν πως έπρεπε να τα βγάλουν πέρα μόνες τους.
Η Νυνάβε άφησε το πλοίο με έκφραση βλοσυρή και αποφασισμένη, αλλά η Εγκουέν κατέβηκε τη σανιδόσκαλα αποθαρρυμένη, μυρίζοντας την οσμή του κατραμιού που τύλιγε την αποβάθρα. Τόσα λέγανε ότι μας Θέλουν εδώ, και να τώρα που δεν τις νοιάζει.
Φαρδιά σκαλιά οδηγούσαν από την προβλήτα σε μια πλατιά αψίδα από σκούρα κοκκινόπετρα. Όταν η Εγκουέν και η Νυνάβε έφτασαν εκεί, στάθηκαν χάσκοντας.
Όταν έφτασαν στο κατάστρωμα, υπήρχαν παντού ναύτες που έτρεχαν, τραβούσαν σχοινιά, κατέβαζαν πανιά, ετοίμαζαν μακριά κουπιά. Τώρα ο άνεμος είχε κοπάσει και φυσούσε ένα αεράκι μόνο, και τα σύννεφα σκόρπιζαν.
Η Εγκουέν έτρεξε στην κουπαστή. «Αυτή είναι! Αυτή είναι η Ταρ Βάλον!» Η Νυνάβε πήγε κοντά της ανέκφραστη.
Το νησί ήταν τόσο μεγάλο, που το ποτάμι έμοιαζε να ανοίγει στα δύο παρά να περικλείει μια άκρη γης. Γέφυρες, που έμοιαζαν φτιαγμένες από δαντέλα, εκτείνονταν από όλες τις όχθες ως το νησί, περνώντας όχι μόνο πάνω από το ποτάμι, αλλά και πάνω από βαλτώδες έδαφος. Τα τείχη της πόλης, τα Λαμπερά Τείχη της Ταρ Βάλον, άστραψαν κατάλευκα, καθώς ο ήλιος ξεπρόβαλλε ανάμεσα στα σύννεφα. Και στη δυτική όχθη, με την τσακισμένη κορυφή του να αφήνει ένα λεπτό συννεφάκι καπνού, το Όρος του Δράκοντα υψωνόταν μαύρο κόντρα στον ουρανό, ένα βουνό που στεκόταν ανάμεσα σε κάμπους και χαμηλούς λόφους που σχημάτιζαν κυματάκια. Το Όρος του Δράκοντα, όπου είχε πεθάνει ο Δράκοντας. Το Όρος του Δράκοντα, που είχε δημιουργηθεί από το θάνατο του Δράκοντα.
Η Εγκουέν ευχήθηκε να μην είχε σκεφτεί τον Ραντ τη στιγμή που είχε κοιτάξει το βουνό. Ένας άνδρας που διαβιβάζει. Φως μου, βοήθησε τον.
Η Βασίλισσα του Ποταμού πέρασε από ίνα φαρδύ άνοιγμα του ψηλού, κυκλικού τείχους που χωνόταν ως το ποτάμι. Μέσα, μια μακριά αποβάθρα περιέβαλλε ένα στρογγυλό λιμάνι. Οι ναύτες μάζεψαν και τα τελευταία πανιά και έπιασαν τα μακριά κουπιά για να πάνε το πλοίο με την πρύμνη στην προβλήτα του. Στη μακριά αποβάθρα, τα άλλα πλοία που είχαν κατέβει το ποτάμι έμπαιναν στα αγκυροβόλια τους ανάμεσα στα πλοία που ήταν ήδη εκεί. Το λάβαρο με τη Λευκή Φλόγα ξεσήκωσε το μελίσσι των εργατών στην αποβάθρα, όπου ήδη γινόταν χαλασμός.
Η Άμερλιν βγήκε στο κατάστρωμα πριν δέσουν το πλοίο, αλλά οι λιμενεργάτες άπλωσαν σανιδόσκαλα αμέσως μόλις έκανε την εμφάνισή της. Η Ληάνε βάδιζε στο πλευρό της, κρατώντας το ραβδί με τη φλόγα στην κορυφή του, και οι άλλες Άες Σεντάι από το πλοίο τις ακολούθησαν στη στεριά. Καμιά τους δεν έδωσε σημασία στην Εγκουέν ή τη Νυνάβε. Στην αποβάθρα, μια αντιπροσωπεία χαιρέτησε την Άμερλιν — Άες Σεντάι, με σάλι, που υποκλίνονταν επίσημα και φιλούσαν το δαχτυλίδι της Άμερλιν. Η αποβάθρα βούιζε, αφού εκτός από την άφιξη της Έδρας της Άμερλιν υπήρχαν και τα πλοία που ξεφόρτωναν οι στρατιώτες συντάχθηκαν όταν αποβιβάστηκαν, οι εργάτες έστησαν μπίγες για το φορτίο και οι σάλπιγγες παιάνισαν, αντιλαλώντας στον τοίχο και παραβγαίνοντας με τις ζητωκραυγές των θεατών.