Η Νυνάβε ξεφύσηξε δυνατά. «Φαίνεται ότι μας ξέχασαν. Έλα μαζί μου. Θα πάμε μόνες μας».
Η Εγκουέν δεν ήθελε να χάσει την πρώτη θέα της Ταρ Βάλον, αλλά ακολούθησε τη Νυνάβε κάτω για να μαζέψουν τα πράγματά τους. Όταν ξανανέβηκαν, με τα μπογαλάκια αγκαλιά, οι στρατιώτες και οι σάλπιγγες είχαν εξαφανιστεί — το ίδιο και οι Άες Σεντάι. Οι ναύτες άνοιγαν τις μπουκαπόρτες του καταστρώματος και κατέβαζαν σχοινιά στα αμπάρια.
Στο κατάστρωμα, η Νυνάβε έπιασε έναν λιμενεργάτη από το μπράτσο, έναν γεροδεμένο άνδρα με τραχύ καφέ πουκάμισο δίχως μανίκια. «Τα άλογά μας», άρχισε να του λέει.
«Δεν αδειάζω», μούγκρισε αυτός, τραβώντας το χέρι του. «Όλα τ’ άλογα τα πήραν στο Λευκό Πύργο». Τις κοίταξε από την κορφή ως τα νύχια. «Αν έχετε δουλειές στον Πύργο, καλύτερα να πάτε μόνες σας. Οι Άες Σεντάι δεν καλοβλέπουν τις καινούργιες που χασομερούν». Ένας άλλος άνδρας, που πάλευε με ένα δέμα που έβγαζαν με σχοινί από το αμπάρι, του φώναξε κάτι, κι αυτός άφησε τις γυναίκες δίχως δεύτερη ματιά.
Η Εγκουέν και η Νυνάβε κοιτάχτηκαν. Φαινόταν πως έπρεπε να τα βγάλουν πέρα μόνες τους.
Η Νυνάβε άφησε το πλοίο με έκφραση βλοσυρή και αποφασισμένη, αλλά η Εγκουέν κατέβηκε τη σανιδόσκαλα αποθαρρυμένη, μυρίζοντας την οσμή του κατραμιού που τύλιγε την αποβάθρα. Τόσα λέγανε ότι μας θέλουν εδώ, και να τώρα που δεν τις νοιάζει.
Φαρδιά σκαλιά οδηγούσαν από την προβλήτα σε μια πλατιά αψίδα από σκούρα κοκκινόπετρα. Όταν η Εγκουέν και η Νυνάβε έφτασαν εκεί, στάθηκαν χάσκοντας.
Κάθε κτίριο έμοιαζε με παλάτι, αν και τα κοντινότερα στην αψίδα έδειχναν να φιλοξενούν πανδοχεία ή μαγαζιά, σύμφωνα με τις πινακίδες πάνω από τις πόρτες. Παντού υπήρχαν περίτεχνες λιθόκτιστες κατασκευές και οι γραμμές του ενός κτίσματος έμοιαζαν σχεδιασμένες να συμπληρώνουν και να γίνονται αφετηρία για το επόμενο, οδηγώντας το βλέμμα κατά τέτοιο τρόπο, που τα πάντα έμοιαζαν μέρος ενός τεράστιου σχεδίου. Μερικά κτίσματα δεν έμοιαζαν με κτίρια, αλλά με γιγαντιαία κύματα που έγερναν, ή με πελώρια κελύφη, ή με περίπλοκους γκρεμούς, που τους είχε σμιλέψει ο άνεμος. Ακριβώς μπροστά στην αψίδα υπήρχε μια μεγάλη πλατεία, με σιντριβάνι και δένδρα, και η Εγκουέν είδε μια ακόμα πλατεία παραπέρα. Πιο πάνω ξεπρόβαλλαν πύργοι, που έφταναν τον ουρανό, ψηλοί και κομψοί, μερικοί με γέφυρες να κρέμονται ανάμεσά τους. Και πάνω απ’ όλα ορθωνόταν ένας πύργος, ψηλότερος και πλατύτερος από τους άλλους, κατάλευκος σαν τα Λαμπερά Τείχη.
«Σου κόβει την ανάσα όταν το βλέπεις πρώτη φορά», είπε μια γυναικεία φωνή πίσω τους. «Και τη δέκατη φορά, δηλαδή. Και την εκατοστή».
Η Εγκουέν γύρισε προς τα κει. Η γυναίκα ήταν Άες Σεντάι· η Εγκουέν ήταν σίγουρη γι’ αυτό, παρ’ όλο που η άλλη δεν φορούσε το σάλι. Καμία άλλη δεν είχε αυτή την αγέραστη όψη· και η στάση της είχε μια αυτοπεποίθηση, μια σιγουριά που έμοιαζε να το επιβεβαιώνει. Μια ματιά στο χέρι της φανέρωσε το χρυσό δαχτυλίδι, το φίδι που δάγκωνε την ουρά του. Η Άες Σεντάι ήταν λιγάκι παχουλή, με ζεστό χαμόγελο, με όψη τόσο παράξενη, που η Εγκουέν δεν είχε δει όμοιά της. Το παχουλό πρόσωπο της γυναίκας δεν μπορούσε να κρύψει τα ψηλά ζυγωματικά, τα μάτια της ήταν κάπως στραβά και είχαν το πιο καθαρό ανοιχτοπράσινο χρώμα, και τα μαλλιά της είχαν σχεδόν το χρώμα της φωτιάς. Η Εγκουέν μόλις που κατάφερε να μην κοιτάξει γουρλωμένη αυτά τα μαλλιά και τα κάπως γερτά μάτια.
«Ογκιρανής κατασκευής, φυσικά», συνέχισε η Άες Σεντάι, «η καλύτερη δουλειά τους, απ’ ό,τι λένε. Μια από τις πρώτες πόλεις που χτίστηκαν μετά το Τσάκισμα. Τότε ήταν δεν ήταν πεντακόσια άτομα συνολικά εδώ —το πολύ είκοσι αδελφές— αλλά έχτιζαν γι’ αυτά που θα χρειάζονταν στο μέλλον».
«Είναι υπέροχη πόλη», είπε η Νυνάβε. «Πρέπει να πάμε στο Λευκό Πύργο. Ήρθαμε εδώ για να εκπαιδευθούμε, αλλά κανείς δεν δείχνει να νοιάζεται αν πάμε ή αν φύγουμε».
«Νοιάζονται», είπε η γυναίκα χαμογελώντας. «Ήρθα εδώ για να σας προϋπαντήσω, αλλά καθυστέρησα μιλώντας με την Άμερλιν. Είμαι η Σέριαμ, η Κυρά των Μαθητευομένων».
«Δεν πάω για μαθητευόμενη», είπε η Νυνάβε με σταθερή φωνή, με κάπως υπερβολική βιασύνη. «Η ίδια η Άμερλιν είπε ότι θα γινόμουν Αποδεχθείσα».
«Αυτό μου είπαν». Το ύφος της έδειχνε σαν να έβρισκε κάτι αστείο. «Πρώτη φορά ακούω τέτοιο πράγμα, αλλά λένε ότι είσαι... ξεχωριστή. Μην ξεχνάς όμως ότι μπορώ να καλέσω στο γραφείο μου ακόμα και μια από τις Αποδεχθείσες. Πρέπει να έχει παραβιάσει περισσότερους κανόνες απ’ όσο μια μαθητευόμενη, αλλά συμβαίνει». Στράφηκε στην Εγκουέν, σαν να μην είχε δει τη Νυνάβε να κατσουφιάζει. «Κι εσύ είσαι η καινούργια μαθητευόμενή μας. Πάντα χαίρομαι όταν βλέπω να έρχονται καινούργιες μαθητευόμενες. Έχουμε πολύ λίγες, αυτόν τον καιρό. Με σένα θα είναι σαράντα. Μόνο σαράντα. Και μόνο οκτώ ή εννιά από αυτές θα γίνουν Αποδεχθείσες. Αν και δεν νομίζω ότι θα πρέπει να ανησυχείς γι’ αυτό, αρκεί να δουλέψεις σκληρά και αφοσιωμένα. Η δουλειά είναι δύσκολη, και ακόμα και για κάποια με τις λανθάνουσες ικανότητες που λένε ότι έχεις, δεν θα είναι πιο εύκολη. Αν δεν μπορείς να αφιερώσεις τον εαυτό σου, παρά τις δυσκολίες, ή αν σε λυγίσει το φορτίο, καλύτερα να το μάθουμε τώρα και να πάρεις το δρόμο σου, παρά να περιμένουμε μέχρι να γίνεις αδελφή, τότε που θα εξαρτώνται άλλες από σένα. Η ζωή της Άες Σεντάι δεν είναι εύκολη. Εδώ θα σε προετοιμάσουμε γι’ αυτήν, αν το έχεις μέσα σου».