Выбрать главу

Η Εγκουέν ξεροκατάπιε. Να με λυγίσει το φορτίο; «Θα προσπαθήσω, Σέριαμ Σεντάι», είπε ξέπνοα. Και δεν θα λυγίσω.

Η Νυνάβε την κοίταξε ανήσυχα. «Σέριαμ...» Σταμάτησε και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Σέριαμ Σεντάι» —φάνηκε να προφέρει τον τίτλο με δυσκολία— «πρέπει να είναι τόσο δύσκολο γι’ αυτήν; Το αίμα και η σάρκα έχουν ένα όριο. Ξέρω... κάτι... γι’ αυτά που πρέπει να περάσουν οι μαθητευόμενες. Δεν είναι ανάγκη να την κάνετε να λυγίσει για να δείτε πόσο δυνατή είναι».

«Εννοείς αυτό που σου έκανε η Άμερλιν σήμερα;» Η Νυνάβε ίσιωσε το κορμί της· η Σέριαμ φαινόταν σαν να προσπαθούσε να μη χαμογελάσει. «Σου είπα ότι μίλησα με την Άμερλιν. Μην ανησυχείς για τη φίλη σου. Η εκπαίδευση των μαθητευομένων είναι σκληρή, αλλά όχι τόσο σκληρή. Αυτό συμβαίνει τις πρώτες βδομάδες, όταν κάποια γίνεται Αποδεχθείσα». Η Νυνάβε έμεινε με το στόμα ανοιχτό· της Εγκουέν της φάνηκε ότι τα μάτια της Νυνάβε θα πετιόνταν από τις κόγχες τους. «Για να πιάσουμε τις λίγες εκείνες που ξεγλίστρησαν από την εκπαίδευση των μαθητευομένων, ενώ δεν θα έπρεπε. Δεν μπορούμε να ρισκάρουμε να έχουμε κάποια ανάμεσά μας —μια πλήρη Άες Σεντάι— που θα λυγίσει μπροστά στην ένταση του έξω κόσμου». Η Άες Σεντάι τις μάζεψε, απλώνοντας τα χέρια της γύρω από τους ώμους τους. Η Νυνάβε δεν έδειχνε να καταλαβαίνει πού πήγαινε. «Έλα», είπε η Σέριαμ, «θα σας βάλω στα δωμάτιά σας. Ο Λευκός Πύργος περιμένει».

19

Η Επιρροή του Εγχειριδίου

Η νύχτα στους πρόποδες του Μαχαιριού του Σφαγέα ήταν κρύα, όπως είναι όλες οι νύχτες στα βουνά. Ο άνεμος που κατέβαινε από τις ψηλές κορυφές κουβαλούσε την παγωνιά εκείνων των χιονισμένων σκούφων. Ο Ραντ ανασάλεψε στο σκληρό έδαφος, τράβηξε το μανδύα και την κουβέρτα του, ακόμα μισοξύπνιος. Το χέρι του πλησίασε το σπαθί του, που κειτόταν πλάι του. Άλλη μια μέρα, σκέφτηκε νυσταγμένα. Μόνο μια ακόμα και ύστερα φεύγουμε. Αν δεν έρθει αύριο κανείς, ούτε ο Ίνγκταρ ούτε οι Σκοτεινόφιλοι, θα πάω τη Σελήνη στην Καιρχίν.

Το ίδιο έλεγε και την προηγούμενη μέρα. Κάδε μέρα που βρίσκονταν εκεί στη βουνοπλαγιά, παρακολουθώντας το μέρος όπου, κατά τον Χούριν, ήταν η διαδρομή στον άλλο κόσμο —όπου, κατά τη Σελήνη, οι Σκοτεινόφιλοι σίγουρα θα εμφανίζονταν, σ’ αυτόν τον κόσμο— έλεγε ότι ήταν καιρός να φύγουν. Και η Σελήνη μιλούσε για το Κέρας του Βαλίρ, και τον άγγιζε στο μπράτσο, και τον κοίταζε κατάματα και, πριν ο Ραντ το καταλάβει, είχε συμφωνήσει να μείνουν άλλη μια μόρα πριν φύγουν.

Ανασήκωσε τους ώμους, νιώθοντας το αγιάζι, ενώ σκεφτόταν τη Σελήνη, που του άγγιζε το μπράτσο και τον κοίταζε στα μάτια. Αν το έβλεπε η Εγκουέν, θα με κούρευε σαν πρόβατο, το ίδιο και τη Σελήνη. Η Εγκουέν τώρα μπορεί να έχει κιόλας φτάσει στην Ταρ Βάλον, να μαθαίνει πώς να γίνει Άες Σεντάι. Την άλλη φορά που θα με δει, μάλλον δα προσπαθήσει να με ειρηνέψει.

Καθώς γυρνούσε, το χέρι του πέρασε πάνω από το σπαθί και άγγιξε το δέμα με την άρπα και το φλάουτο του Θομ Μέριλιν. Τα δάχτυλά του, ασυναίσθητα, έσφιξαν το μανδύα του βάρδου. Νομίζω πως τότε ήμουν ευτυχισμένος, έστω κι αν έτρεχα για να γλιτώσω τη ζωή μου. Έπαιζα το φλάουτο για ένα πιάτο φαΐ. Ήμουν ανίδεος για όσα γίνονταν. Λεν υπάρχει επιστροφή.

Ανατριχιάζοντας, άνοιξε τα μάτια. Το μόνο φως ήταν το φεγγάρι, που ήταν στη χάση του, λίγο μετά την πανσέληνο, χαμηλά στον ουρανό. Αν άναβαν φωτιά, θα τους πρόδιδε σ’ αυτούς τους οποίους περίμεναν. Ο Λόιαλ μουρμούρισε στον ύπνο του, μ’ ένα χαμηλό μπουμπούνισμα. Ένα άλογο χτύπησε την οπλή στο έδαφος. Ο Χούριν είχε την πρώτη βάρδια και καθόταν σε μια προεξοχή των βράχων λίγο πιο ψηλά· δεν θα αργούσε να κατέβει για να ξυπνήσει τον Ραντ που θα τον άλλαζε.