Выбрать главу

Ο Ραντ στριφογύρισε... και σταμάτησε. Στο φως του φεγγαριού είδε τη μορφή της Σελήνης, η οποία έσκυβε πάνω από τα σακίδιά του, με τα χέρια στις πόρπες. Το λευκό φόρεμά της μάζευε το αμυδρό φως. «Θέλεις κάτι;»

Εκείνη τινάχτηκε, και τον κοίταξε. «Με — με ξάφνιασες».

Αυτός σηκώθηκε, άφησε την κουβέρτα και τύλιξε το μανδύα γύρω του, πλησιάζοντάς την. Ήταν σίγουρος πως, ξαπλώνοντας, είχε αφήσει τα σακίδια ακριβώς στο πλευρό του· πάντα τα είχε κοντά του. Της τα πήρε. Όλες οι πόρπες ήταν κλεισμένες, ακόμα κι εκείνες στην πλευρά που είχε το προδοτικό λάβαρο. Πώς μπορεί να εξαρτάται η ζωή μου από το να το κρατήσω; Αν το δει κανείς και ξέρει τι είναι, θα με σκοτώσουν επειδή ήταν στην κατοχή μου. Την κοίταξε καχύποπτα.

Η Σελήνη στάθηκε εκεί που ήταν, κοιτάζοντάς τον. Το φεγγάρι έλαμπε στα σκούρα μάτια της. «Μου ήρθε η σκέψη», του είπε, «ότι φοράω πολύ καιρό αυτό το φόρεμα. Θα μπορούσα να το βουρτσίσω, τουλάχιστον, αν στο μεταξύ είχα κάτι άλλο να φορέσω. Ένα πουκάμισο σου, ίσως».

Ο Ραντ ένευσε, νιώθοντας ξαφνικά ανακούφιση. Το φόρεμά της του φαινόταν καθαρό όσο τη μέρα που την είχε πρωτοδεί, αλλά ήξερε ότι όταν στο φόρεμα της Εγκουέν εμφανιζόταν ένας λεκές, εκείνη έπρεπε να τον καθαρίσει αμέσως χωρίς αναβολή. «Βεβαίως».

Άνοιξε την ευρύχωρη θήκη, στην οποία είχε χώσει τα πάντα εκτός από το λάβαρο, και έβγαλε ένα άσπρο μεταξωτό πουκάμισο.

«Σ’ ευχαριστώ». Τα χέρια της πήγαν πίσω από την πλάτη της. Ο Ραντ κατάλαβε πού. Στα κουμπιά.

Με τα μάτια τον ανοιγμένα διάπλατα, γύρισε από την άλλη.

«Θα με διευκόλυνες, αν με βοηθούσες».

Ο Ραντ ξερόβηξε. «Δεν είναι πρέπον. Δεν είμαστε λογοδοσμένοι, ή...» Πάψε να το σκέφτεσαι! Ποτέ δεν θα μπορέσεις να παντρευτείς. «Δεν είναι πρέπον».

Το απαλό γέλιο της έκανε μια ανατριχίλα να κατηφορίσει την πλάτη του, σαν να είχε αγγίξει με το δάχτυλο της τη ραχοκοκαλιά του. Προσπάθησε να μην δώσει σημασία στο θρόισμα που άκουσε πίσω του. Είπε, «Ε... αύριο... αύριο, θα φύγουμε για την Καιρχίν».

«Και το Κέρας του Βαλίρ;»

«Μπορεί να κάναμε λάθος. Μπορεί να μην έρχονται εδώ. Ο Χούριν λέει ότι υπάρχουν αρκετά περάσματα στο Μαχαίρι του Σφαγέα. Αν πήγαν λίγο πιο δυτικά, δεν θα χρειάστηκε καν να περάσουν από τα βουνά».

«Αλλά το μονοπάτι που ακολουθήσαμε ήρθε εδώ. Θα έρθουν εδώ. Το Κέρας θα έρθει εδώ. Τώρα μπορείς να γυρίσεις».

«Το λες, αλλά δεν ξέρουμε...» Γύρισε, και οι λέξεις έσβησαν στο στόμα του. Είχε ριγμένο το φόρεμα στον αγκώνα της και φορούσε το πουκάμισό του, που κρεμόταν πάνω της γεμάτο ζάρες και πτυχές. Ήταν μακρύ πουκάμισο, φτιαγμένο για το δικό του ύψος, αλλά η Σελήνη ήταν ψηλή γυναίκα. Το κάτω μέρος του έφτανε λίγο κάτω από τα μισά των μηρών της. Όχι ότι δεν είχε ξαναδεί πόδι κοριτσιού· τα κορίτσια στους Δύο Ποταμούς πάντα έδεναν τις φούστες τους για να περπατήσουν στις λιμνούλες του Νεροδάσους. Αλλά το σταματούσαν πολύ πριν κάνουν τα μαλλιά τους πλεξούδα, κι εκτός αυτού, τώρα ήταν σκοτάδι. Το φεγγαρόφωτο έκανε την επιδερμίδα της να λάμπει.

«Τι δεν ξέρεις, Ραντ;»

Ο ήχος της φωνής της τον συνέφερε εκεί που στεκόταν παγωμένος. Έβηξε δυνατά και γύρισε αμέσως από την άλλη. «Α... νομίζω... α... ότι... α...»

«Σκέψου τη δόξα, Ραντ». Το χέρι της άγγιξε την πλάτη του, και αυτός παραλίγο Θα ντροπιαζόταν αφήνοντας μια στριγκή κραυγή. «Σκέψου τη δόξα που θα κερδίσει όποιος βρει το Κέρας του Βαλίρ. Πόσο περήφανη θα είμαι, όταν Θα στέκομαι δίπλα σε κείνον που θα κρατά το Κέρας. Δεν έχεις ιδέα για τα ύψη που θα κατακτήσουμε, εσύ κι εγώ. Με το Κέρας του Βαλίρ στα χέρια σου, μπορείς να γίνεις βασιλιάς. Μπορείς να γίνεις άλλος ένας Γερακόφτερος. Μπορείς...»

«Άρχοντα Ραντ!» Ο Χούριν μπήκε λαχανιασμένος στο μέρος που είχαν στρατοπεδεύσει. «Άρχοντά μου, οι...» Σταμάτησε γλιστρώντας στο χώμα, και ξαφνικά έκανε έναν γουργουριστό ήχο. Χαμήλωσε το βλέμμα και στάθηκε τρίβοντας τα χέρια του. «Συγχώρεσέ με, Αρχόντισσά μου. Δεν ήθελα να... ε... Συγχώρεσέ με».

Ο Λόιαλ ανακάθισε, ρίχνοντας το μανδύα και την κουβέρτα του. «Τι έγινε; Είναι κιόλας σειρά μου να φυλάξω;» Κοίταξε προς τον Ραντ και τη Σελήνη, και ακόμα και στο φως του φεγγαριού τα μάτια του φάνηκαν καθαρά που γούρλωναν.

Ο Ραντ άκουσε πίσω του τη Σελήνη να ανατριχιάζει. Απομακρύνθηκε από κοντά της, χωρίς ακόμα να την κοιτάζει. Τα πόδια της είναι τόσο λευκά, τόσο απαλά. «Τι έγινε, Χούριν;» Μαλάκωσε τη φωνή του· ήταν θυμωμένος με τον Χούριν, με τον εαυτό του, ή με τη Σελήνη; Λεν υπάρχει λόγος να θυμώνω μαζί της. «Είδες τίποτα, Χούριν;»

Ο μυριστής μίλησε χωρίς να σηκώσει το βλέμμα. «Μια φωτιά, Άρχοντά μου, στους λόφους πιο κάτω. Στην αρχή δεν την είδα. Την έκαναν μικρή και την έκρυψαν, αλλά την έκρυψαν από κάποιον που τους ακολουθεί, όχι από κάποιον που είναι μπροστά τους και πιο ψηλά. Δυο μίλια, Άρχοντα Ραντ. Λιγότερα από τρία, σίγουρα».