Δεξιά κι αριστερά του ξάπλωναν Σκοτεινόφιλοι και Τρόλοκ, αλλά κάποτε είχε δει τον Ταμ να πλησιάζει τόσο κοντά ένα ελάφι, σου παραλίγο θα ακουμπούσε το πλευρό του, πριν το ζώο το βάλει στα πόδια· ο Ραντ είχε προσπαθήσει να πάρει μαθήματα από τον Ταμ. Τρέλα! Η σκέψη πέρασε γοργά, αμυδρή, σχεδόν άπιαστη. Είναι τρέλα! Σου-’στρι-ψε! Αμυδρές σκέψεις· σκέψεις κάποιου άλλου.
Αργά, σιωπηλά, πλησίασε έρποντας εκείνη τη μοναδική σκιά, και άπλωσε το χέρι του. Άγγιξε περίτεχνα χαράγματα, δουλεμένα σε χρυσό. Αυτό ήταν το κιβώτιο που φύλαγε το Κέρας του Βαλίρ. Το χέρι του άγγιξε κάτι άλλο στο καπάκι. Το εγχειρίδιο, με τη λεπίδα γυμνή. Στο σκοτάδι, τα μάτια του γούρλωσαν. Ξαναφέρνοντας στο νου του τι είχε πάθει ο Ματ, τινάχτηκε πίσω, και το κενό σάλεψε με την ταραχή του.
Ο άνδρας που κοιμόταν εκεί δίπλα —ούτε δυο απλωσιές από το κιβώτιο· κανείς άλλος δεν ξάπλωνε τόσο κοντά— μούγκρισε στον ύπνο του και σπαρτάρισε στις κουβέρτες του. Ο Ραντ άφησε το κενό να παρασύρει τις σκέψεις και το φόβο του. Μουρμουρίζοντας ανήσυχα στον ύπνο του, ο άνδρας ηρέμησε.
Ο Ραντ άπλωσε πάλι το χέρι στο εγχειρίδιο, χωρίς να το αγγίξει. Στην αρχή δεν είχε βλάψει τον Ματ. Τουλάχιστον όχι πολύ· κι όχι γρήγορα. Με μια σβέλτη κίνηση πήρε το εγχειρίδιο, το έχωσε στη ζώνη του, και τράβηξε αμέσως το χέρι του· ίσως να ήταν καλύτερα αν άγγιζε όσο το δυνατόν λιγότερο το γυμνό του δέρμα. Ίσως να ήταν έτσι, και ο Ματ θα πέθαινε χωρίς το εγχειρίδιο. Ο Ραντ το ένιωθε εκεί, ένα βάρος που τον τραβούσε προς κάτω, που τον πλάκωνε. Αλλά στο κενό οι αισθήσεις ήταν μακρινές όσο και οι σκέψεις, και η αίσθηση του εγχειριδίου ξεθώριασε κι έγινε κάτι στο οποίο ήταν συνηθισμένος.
Έχασε μονάχα μια στιγμή ακόμα κοιτάζοντας το κιβώτιο, το οποίο το τύλιγαν οι σκιές — το Κέρας έπρεπε να είναι μέσα, αλλά δεν ήξερε πώς να το ανοίξει και δεν μπορούσε να το σηκώσει μόνος του— και μετά έψαξε με το βλέμμα τον Λόιαλ. Βρήκε τον Ογκιρανό ζαρωμένο λίγο πιο πίσω, με το ογκώδες κεφάλι του να γυρνά από τους ανθρώπους Σκοτεινόφιλους στους Τρόλοκ. Ακόμα και μέσα στην νύχτα, ήταν φανερό ότι τα μάτια του ήταν όσο πιο ορθάνοιχτα γινόταν· στο φως του φεγγαριού έμοιαζαν μεγάλα σαν δίσκοι. Ο Ραντ έπιασε το χέρι του Λόιαλ.
Ο Ογκιρανός ξαφνιάστηκε και άφησε μια κοφτή κραυγή. Ο Ραντ έφερε το δάχτυλο στα χείλη, ακούμπησε το χέρι του Λόιαλ στο κιβώτιο και προσποιήθηκε ότι το σήκωνε. Για μια στιγμή —του φάνηκε ότι είχε κρατήσει παντοτινά, εκεί στη νύχτα, με Σκοτεινόφιλους και Τρόλοκ ολόγυρα· δεν κράτησε πάνω από μερικούς χτύπους της καρδιάς— ο Λόιαλ τον κοίταξε ακίνητος. Έπειτα, αργά, αγκάλιασε το χρυσό κιβώτιο και σηκώθηκε. Όπως το έκανε, έμοιαζε πανεύκολο.
Με μεγάλη προσοχή, ακόμα πιο προσεκτικά απ’ όσο πριν που ερχόταν, ο Ραντ ξεκίνησε για να βγουν από το στρατόπεδο, πίσω από τον Λόιαλ και το κιβώτιο. Είχε και τα δύο χέρια στο σπαθί του και παρακολουθούσε τους κοιμισμένους Σκοτεινόφιλους και τις ασάλευτες μορφές των Τρόλοκ. Όπως απομακρύνονταν, οι σκιερές εκείνες μορφές υποχωρούσαν και τις κατάπινε το σκοτάδι. Σχεδόν ξεφύγαμε. Τα καταφέραμε!
Ο άνδρας που κοιμόταν κοντά στο κιβώτιο ξαφνικά ανακάθισε με μια στριγκή κραυγή, και μετά σηκώθηκε απότομα. «Χάθηκε! Ξυπνήστε, τομάρια! Χάάθηκεε!» Η φωνή του Φάιν· ακόμα και μέσα στο κενό, ο Ραντ την αναγνώρισε. Οι άλλοι πάσχισαν να σηκωθούν, και οι Σκοτεινόφιλοι και οι Τρόλοκ, ρωτώντας με φωνές τι είχε γίνει, μουγκρίζοντας και γρυλίζοντας. Η φωνή του Φάιν υψώθηκε, έγινε ουρλιαχτό. «Ξέρω ότι είσαι εσύ, αλ’Θορ! Μου κρύβεσαι, αλλά ξέρω ότι είσαι εκεί! Βρείτε τον! Βρείτε τον! Αλ’Θοοοορ!» Άνθρωποι και Τρόλοκ σκόρπισαν προς όλες τις κατευθύνσεις.
Ο Ραντ, τυλιγμένος στην αδειανωσύνη, συνέχισε να προχωρά. Το σαϊντίν, που το είχε ξεχάσει από τη στιγμή που είχαν μπει στο στρατόπεδο, τώρα τον τραβούσε.
«Δεν μπορεί να μας δει», ψιθύρισε ο Λόιαλ. «Όταν φτάσουμε στα άλογα—»
Ένας Τρόλοκ βγήκε από το σκοτάδι και τους όρμησε, μ’ ένα άγριο αετίσιο ράμφος σ’ ένα ανθρώπινο πρόσωπο, εκεί που θα έπρεπε να είναι το στόμα κατ η μύτη, ανεμίζοντας ένα σπαθί όμοιο με δρεπάνι, που σφύριζε στον αέρα.
Ο Ραντ κινήθηκε δίχως σκέψη. Ήταν ένα με τη λεπίδα. Η Γάτα Χορεύει στον Τοίχο. Ο Τρόλοκ έπεσε τσιρίζοντας, ξανατσίριξε πεθαίνοντας.
«Τρέξε, Λόιαλ!» διέταξε ο Ραντ. Το σαϊντίν τον καλούσε. «Τρέξε!»
Κατάλαβε αμυδρά μόνο τον Λόιαλ, ο οποίος άρχιζε να τρέχει αδέξια, όμως ένας ακόμα Τρόλοκ βγήκε από τη νύχτα, με μουσούδα κάπρου και χαυλιόδοντες, υψώνοντας πέλεκυ με αιχμή. Με μια ανάλαφρη κίνηση, ο Ραντ χώθηκε ανάμεσα στον Τρόλοκ και τον Ογκιρανό· ο Λόιαλ έπρεπε να ξεφύγει μαζί με το κιβώτιο. Ο Τρόλοκ τον πλησίασε, γυμνώνοντας τα δόντια απειλητικά, με τους ώμους και το κεφάλι να ξεπερνούν το ύψος του Ραντ, με σώμα σχεδόν μισή φορά φαρδύτερο. Ο Αυλικός Κουνά τη Βεντάλια του. Λυτή τη φορά δεν ακούστηκε κραυγή. Προχώρησε ανάποδα πίσω από τον Λόιαλ, παρακολουθώντας τη νύχτα. Το σαϊντίν του τραγουδούσε, ένα τραγούδι τόσο γλυκό. Η Δύναμη μπορούσε να τους κάψει όλους, να κάψει τον Φάιν και τους άλλους, να τους κάνει κάρβουνο. Όχι!