Выбрать главу

«Δεν νομίζω. Πήγαινε στην προεξοχή και κοίτα αν φαίνεται κάτι». Ο Ραντ κατέβηκε από τη σέλα του, καθώς ο Χούριν ανηφόριζε τρέχοντας την πλαγιά. «Σελήνη, δεν ξέρω πώς να ανοίξω το κιβώτιο. Λόιαλ, ξέρεις εσύ;» Ο Ογκιρανός κούνησε το κεφάλι.

«Άσε εμένα να δοκιμάσω...» Ακόμα και για μια γυναίκα του ύψους της, το κιβώτιο παραήταν ψηλά. Άπλωσε το χέρι της για να αγγίξει τα λεπτοδουλεμένα χαράγματα στο κιβώτιο, τα διέτρεξε με τα δάχτυλά της, πίεσε. Ακούστηκε ένα κλικ και η Σελήνη σήκωσε το καπάκι και το άφησε να γείρει πίσω.

Καθώς στεκόταν στις μύτες των ποδιών της για να βάλει το χέρι μέσα, ο Ραντ άπλωσε το δικό του πάνω από το ώμο της και έβγαλε το Κέρας του Βαλίρ. Το είχε δει άλλη μια φορά, αλλά δεν το είχε αγγίξει ποτέ. Αν και ήταν όμορφα φτιαγμένο, δεν έμοιαζε σαν κάτι που είχε μεγάλη ηλικία ή μεγάλη δύναμη. Ένα καμπυλωμένο χρυσό κέρας, το οποίο άστραφτε στο αμυδρό φως, με ασημένια χαραγμένα γράμματα, που κυλούσαν γύρω από το άνοιγμά του. Άγγιξε τα παράξενα γράμματα μ’ ένα δάχτυλο. Καθρέφτιζαν το φεγγάρι.

«Τία μι άβεν Μοριντίν ισάιντε βαντίν», είπε η Σελήνη. «‘Ο τάφος δεν είναι εμπόδιο στο κάλεσμά μου’. Θα γίνεις πιο σπουδαίος κι από τον Άρτουρ τον Γερακόφτερο».

«Θα το πάω στο Σίναρ, στον Άρχοντα Άγκελμαρ». Θα έπρεπε να το πάω στην Ταρ Βάλον, σκέφτηκε, αλλά δεν ξαναμπλέκω με Άες Σεντάι. Ας τους το πάνε ο Άγκελμαρ ή ο Ίνγκταρ. Ξανάβαλε το Κέρας στο κιβώτιο· αυτό καθρέφτιζε το φως του φεγγαριού, τραβούσε το βλέμμα.

«Αυτό είναι τρέλα», είπε η Σελήνη.

Ο Ραντ έκανε μια γκριμάτσα ακούγοντας τη λέξη. «Τρέλα ή όχι, αυτό θα κάνω. Σου είπα, Σελήνη, δεν θέλω μεγαλεία. Εκεί πέρα, μου φάνηκε ότι ήθελα. Για μια στιγμή, μου φάνηκε ότι ήθελα πράγματα που...» Φως μου, είναι τόσο όμορφη. Η Εγκουέν. Η Σελήνη. Είμαι ανάξιος και για τις δύο. «Κάτι φάνηκε να με αρπάζει». Το σαϊντίν με πλησίασε, αλλά εγώ το έδιωξα με το σπαθί. Ή μήπως είναι κι αυτό τρελό; Ανάσανε βαθιά. «Το Κέρας του Βαλίρ ανήκει στο Σίναρ. Κι αν δεν ανήκει εκεί, ο Άρχοντας Άγκελμαρ θα ξέρει τι να το κάνει».

Ο Χούριν φάνηκε όπως κατέβαινε. «Η φωτιά φάνηκε πάλι, Άρχοντα Ραντ, τώρα είναι μεγάλη και δυνατή. Και μου φάνηκε ότι άκουσα φωνές. Κάτω στους λόφους. Νομίζω πως ακόμα δεν άρχισαν ν’ ανεβαίνουν στο βουνό».

«Με παρεξήγησες, Ραντ», είπε η Σελήνη. «Τώρα δεν μπορείς να κάνεις πίσω. Δεν έχει γυρισμό. Αυτοί οι Φίλοι του Σκότους δεν θα σηκωθούν να φύγουν έτσι απλά επειδή τους πήρες το Κέρας. Κάθε άλλο. Αν δεν ξέρεις τρόπο να τους σκοτώσεις όλους, θα σε κυνηγήσουν, όπως τους κυνήγησες εσύ πριν».

«Όχι!» Ο Λόιαλ και ο Χούριν κοίταζαν ξαφνιασμένοι τον Ραντ μετά από αυτή τη φλογερή άρνηση. Ο Ραντ συνέχισε πιο ήρεμα. «Δεν ξέρω τρόπο να τους σκοτώσω όλους. Θα ζήσουν για πάντα, αν εξαρτάται από μένα».

Τα μακριά μαλλιά της Σελήνης κυμάτισαν, καθώς κουνούσε το κεφάλι της. «Τότε δεν μπορείς να πας πίσω, μόνο να προχωρήσεις μπροστά. Θα φτάσεις πιο σύντομα στην ασφάλεια των τειχών της Καιρχίν παρά πίσω στο Σίναρ. Η σκέψη ότι θα περάσεις μερικές μέρες ακόμα συντροφιά μου σου φαίνεται τόσο απεχθής;»

Ο Ραντ κοίταζε το κιβώτιο. Η συντροφιά της Σελήνης ήταν κάθε άλλο παρά κουραστική, αλλά κοντά της, άθελα του, σκεφτόταν πράγματα που δεν έπρεπε. Πάντως, αν προσπαθούσαν να πάνε βόρεια, αυτό σήμαινε ότι θα ρίσκαραν να βρουν τον Φάιν και τη συνοδεία του. Σ’ αυτό η Σελήνη είχε δίκιο. Ο Φάιν ποτέ δεν θα τα παρατούσε. Ούτε και ο Ίνγκταρ θα τα παρατούσε. Αν ο Ίνγκταρ ερχόταν από τα νότια —ο Ραντ δεν μπορούσε να φανταστεί για ποιο λόγο θα λοξοδρόμιζε— τότε θα έφτανε στην Καιρχίν, κάποια στιγμή.

«Στην Καιρχίν», συμφώνησε. «Θα πρέπει να μου δείξεις πού μένεις, Σελήνη, Δεν έχω ξαναπάει στην Καιρχίν». Άπλωσε το χέρι για να κλείσει το κιβώτιο.

«Πήρες τίποτα άλλο από τους Φίλους του Σκότους;» είπε η Σελήνη. «Νωρίτερα είχες μιλήσει για ένα εγχειρίδιο».

Πώς μπόρεσα να το ξεχάσω; Άφησε το κιβώτιο όπως ήταν και τράβηξε το εγχειρίδιο από τη ζώνη του. Η γυμνή λεπίδα κύρτωνε σαν κέρατο και τα προστατευτικά καλύμματα της λαβής είχαν μορφή ερπετών. Στη λαβή, ένα ρουμπίνι μεγάλο σαν το νύχι του έπαιζε σαν κακό μάτι στο φως του φεγγαριού. Αν και ήταν έτσι στολισμένο, παρ’ όλο που ο Ραντ ήξερε ότι ήταν μολυσμένο, δεν το ένιωθε διαφορετικό από άλλα μαχαίρια.

«Πρόσεχε», είπε η Σελήνη. «Μην κοπείς».

Ο Ραντ ένιωσε μέσα του ρίγος. Αν ήταν επικίνδυνο ακόμα και όταν απλώς το μετέφερες, δεν ήθελε να μάθει τι θα γινόταν αν σ’ έκοβε. «Αυτό εδώ είναι από τη Σαντάρ Λογκόθ», είπε στους άλλους. «Παρασέρνει όποιον το κρατά για καιρό, τον μολύνει ως το κόκαλο, όπως είναι μολυσμένη η Σαντάρ Λογκόθ. Χωρίς Θεραπεία από τις Άες Σεντάι, αυτό το μόλυσμα στο τέλος σκοτώνει».