«Αυτό λοιπόν είναι που βασανίζει τον Ματ», είπε χαμηλόφωνα ο Λόιαλ. «Δεν το είχα υποψιαστεί». Ο Χούριν κοίταζε το εγχειρίδιο στο χέρι του Ραντ και σκούπισε τα χέρια του στο πανωφόρι του. Ο μυριστής φαινόταν κατσούφης.
«Κανείς μας δεν πρέπει να το κρατήσει παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται», συνέχισε ο Ραντ. «Θα βρω τρόπο να το μεταφέρω—»
«Είναι επικίνδυνο». Η Σελήνη κοίταζε συνοφρυωμένη τη λεπίδα, σαν τα φίδια να ήταν πραγματικά, και μάλιστα δηλητηριώδη. «Πέταξε το. Παράτα το, ή θάψε το, αν θέλεις να μην πέσει σε άλλα χέρια, αλλά ξεφορτώσου το».
«Το χρειάζεται ο Ματ», είπε ο Ραντ αποφασισμένα.
«Είναι πολύ επικίνδυνο. Το είπες και μόνος σου».
«Το χρειάζεται. Η Άμ... η Άες Σεντάι είπε ότι το θέλει για να τον Θεραπεύσει, αλλιώς ο Ματ θα πεθάνει». Ακόμα τον κρατάνε μ’ ένα νήμα, αλλά αυτό το εγχειρίδιο θα το κόψει. Μέχρι να το ξεφορτωθεί, μαζί και το Κέρας του Βαλίρ, μ’ έχουν δεμένο και μένα, αλλά δεν θα χορέψω, όσο κι αν τραβάνε το νήμα.
Ακούμπησε το εγχειρίδιο στο κιβώτιο, μέσα στο βρόχο του Κέρατος —μόλις που έφτανε ο χώρος— και κατέβασε το καπάκι. Αυτό κλείδωσε μ’ ένα ξερό κρότο. «Αυτό θα μας προστατεύσει». Ήλπισε να ήταν έτσι. Ο Λαν έλεγε ότι η ώρα για να δείξεις τη μεγαλύτερη σιγουριά ήταν όταν αισθανόσουν τη μικρότερη βεβαιότητα.
«Το κιβώτιο σίγουρα θα μας προστατεύσει», είπε πνιχτά η Σελήνη. «Και τώρα θα κοιμηθώ όση ώρα έμεινε μέχρι να ξημερώσει».
Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. «Είμαστε πολύ κοντά. Μερικές φορές ο Φάιν δείχνει ότι μπορεί να με βρίσκει».
«Αναζήτησε την Ενότητα, αν φοβάσαι», είπε η Σελήνη.
«Όταν φέξει, θέλω να είμαστε όσο γίνεται πιο μακριά από τους Σκοτεινόφιλους. Θα σελώσω τη φοράδα σου».
«Πεισματάρη!» Φαινόταν θυμωμένη, και όταν αυτός την κοίταξε, το στόμα της είχε ένα χαμόγελο, που άφηνε το βλέμμα της σκοτεινό. «Οι πεισματάρηδες άνδρες είναι οι καλύτεροι, αρκεί πρώτα...» Η φωνή της έσβησε, κι αυτό τον ανησύχησε. Οι γυναίκες συχνά άφηναν πράγματα χωρίς να τα πουν, και με την περιορισμένη εμπειρία του έβλεπε ότι αυτό που δεν έλεγαν σ’ έβαζε συχνά στις μεγαλύτερες φασαρίες. Η Σελήνη τον παρακολουθούσε σιωπηλή, καθώς έβαζε τη σέλα της στη ράχη της φοράδας και έσκυβε να σφίξει τα λουριά.
«Μάζεψέ τους όλους!» γρύλισε ο Φάιν. Ο Τρόλοκ με την τραγίστα μουσούδα έκανε πίσω. Η φωτιά, που τώρα ήταν γεμάτη στοιβαγμένα ξύλα, φώτιζε την κορυφή του λόφου με σκιές που τρεμόπαιζαν. Οι άνθρωποι της συνοδείας του ήταν κουλουριασμένοι κοντά στην κάψα της, καθώς φοβούνταν να είναι εκεί στο σκοτάδι μαζί με τους υπόλοιπους Τρόλοκ. «Μάζεψέ τους όλους, κι αν σκεφτεί κανείς να το σκάσει, πείτε του ότι θα πάθει ό,τι κι αυτός εδώ», Έκανε νόημα στον πρώτο Τρόλοκ που του είχε φέρει τα νέα ότι ο αλ’Θορ δεν βρισκόταν πουθενά. Ο Τρόλοκ ακόμα δάγκωνε το χώμα, που είχε λασπώσει από το ίδιο του το αίμα, ενώ οι οπλές του έσκαβαν αυλάκια καθώς τινάζονταν. «Φύγε», ψιθύρισε ο Φάιν, και ο τραγοπρόσωπος Τρόλοκ χάθηκε στο σκοτάδι.
Ο Φάιν κοίταξε περιφρονητικά τους άλλους ανθρώπους -Θα μου φανούν χρήσιμοι κάποια στιγμή— και μετά γύρισε και κοίταξε μέσα στη νύχτα, προς το Μαχαίρι του Σφαγέα. Ο αλ’Θορ ήταν εκεί πάνω, κάπου, στα βουνά. Με το Κέρας. Τα δόντια του έτριξαν δυνατά μ’ αυτή τη σκέψη. Δεν ήξερε πού ακριβώς, αλλά κάτι τον τραβούσε προς τα βουνά. Προς τον αλ’Θορ. Αυτό τουλάχιστον το μέρος του... δώρου... του Σκοτεινού ήταν ακόμα μέσα του. Δεν το σκεφτόταν σχεδόν καθόλου, προσπαθούσε να μην το σκέφτεται, ώσπου ξαφνικά, όταν το Κέρας χάθηκε -Χάθηκε!— ο αλ’Θορ ήταν εκεί, τραβώντας τον, όπως το κρέας τραβά ένα πεινασμένο σκυλί.
«Δεν είμαι πια σκυλί. Όχι πια σκυλί!» Άκουσε τους άλλους να κουνιούνται ανήσυχοι γύρω από τη φωτιά, αλλά τους αγνόησε. «Θα πληρώσεις γι’ αυτό που έπαθα, αλ’Θορ! Ο κόσμος θα πληρώσει!» Κακάρισε μέσα στη νύχτα μ’ ένα τρελό γέλιο. «Ο κόσμος θα πληρώσει!»
20
Σαϊντίν
Ο Ραντ δεν τους άφησε να σταματήσουν λεπτό όλη τη νύχτα και επέτρεψε μόνο ίνα σύντομο διάλειμμα την αυγή, για να ξεκουραστούν τα άλογα. Και για να ξεκουραστεί ο Λόιαλ. Επειδή το Κέρας του Βαλίρ, με το χρυσό και ασημί κιβώτιό του, καταλάμβανε τη σέλα του, ο Ογκιρανός περπατούσε ή έτρεχε μπροστά από το μεγάλο άλογό του, χωρίς να παραπονιέται, χωρίς να τους καθυστερεί. Κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα είχαν περάσει τα σύνορα της Καιρχίν.
«Θέλω να το ξαναδώ», είπε η Σελήνη, όταν σταμάτησαν. Ξεπέζεψε και πλησίασε το άλογο το Λόιαλ. Οι σκιές τους, μακριές και λεπτές, έδειχναν δυτικά, καθώς ο ήλιος ξεμύτιζε από τον ορίζοντα. «Κατέβασε το μου, αλάντιν». Ο Λόιαλ άρχισε να λύνει τα λουριά. «Το Κέρας του Βαλίρ».
«Όχι», είπε ο Ραντ, κατεβαίνοντας από την πλάτη του Κοκκινοτρίχη. «Λόιαλ, όχι». Ο Ογκιρανός κοίταξε μια τον Ραντ και μια τη Σελήνη, τα αυτιά του κουνήθηκαν με αμφιβολία, αλλά κατέβασε τα χέρια του.