«Θέλω να δω το Κέρας», απαίτησε η Σελήνη. Ο Ραντ ήταν σίγουρος πως δεν ήταν μεγαλύτερή του στα χρόνια, αλλά εκείνη τη στιγμή φάνηκε αρχαία και ψυχρή σαν τα βουνά, και πιο όμοια με βασίλισσα απ’ όσο ήταν η Βασίλισσα Μοργκέις ακόμα και με το πιο αγέρωχο ύφος της.
«Νομίζω ότι πρέπει να έχουμε το εγχειρίδιο κρυμμένο», είπε ο Ραντ. «Δεν ξέρουμε τι κάνει, μπορεί και η ματιά να είναι εξίσου επικίνδυνη με το άγγιγμα. Ας μείνει εκεί που είναι μέχρι να το αφήσω στα χέρια του Ματ. Αυτός — αυτό ας το πάει στις Άες Σεντάι». Και ποιο αντίτιμο θα ζητήσουν γι’ αυτή τη Θεραπεία; Αλλά δεν έχει άλλη επιλογή. Ο Ραντ ένιωσε ενοχές, επειδή αισθανόταν ανακούφιση που, τουλάχιστον ο ίδιος, είχε ξεμπερδέψει από τις Άες Σεντάι. Στ’ αλήθεια ξεμπέρδεψα μαζί τους. Είτε με τον ένα, είτε με τον άλλο τρόπο.
«Το εγχειρίδιο! Μόνο για το εγχειρίδιο σε νοιάζει. Σου είπα να το ξεφορτωθείς. Το Κέρας του Βαλίρ, Ραντ».
«Όχι».
Τον πλησίασε, μ’ ένα λίκνισμα στο βάδισμα της, που τον έκανε να νιώσει έναν κόμπο στο λαιμό του. «Το μόνο που θέλω είναι να το δω στο φως της μέρας. Ούτε που θα το ακουμπήσω. Θα το κρατήσεις τού. Είναι κάτι για να θυμάμαι, το Κέρας του Βαλίρ στα χέρια σου». Του έπιασε τα χέρια καθώς μιλούσε· με το άγγιγμά της ένιωσε ένα γαργάλημα στην επιδερμίδα του και το στόμα του ξεράθηκε.
Κάτι για να θυμάται — όταν θα είχε φύγει... Μπορούσε να ξανακλείσει το εγχειρίδιο στο κιβώτιο αμέσως μόλις έβγαζε το Κέρας. Θα ήταν ωραίο αν κρατούσε το Κέρας στα χέρια του για να το δει στο φως.
Ευχήθηκε να ήξερε κι άλλα για τις Προφητείες του Δράκοντα. Τη μία φορά που είχε ακούσει τον σωματοφύλακα ενός εμπόρου να λέει ένα μέρος τους, τότε στο Πεδίο του Έμοντ, η Νυνάβε είχε χτυπήσει τον άνθρωπο εκείνο με σκούπα στην πλάτη, σπάζοντάς την. Από το λίγα που είχε ακούσει, τίποτα δεν ανέφερε το Κέρας του Βαλίρ.
Άες Σεντάι, που με θέλουν σκυλάκι τους. Η Σελήνη ακόμα τον κοίταζε κατάματα, με πρόσωπο τόσο νεανικό και όμορφο, που ο Ραντ ήθελε να τη φιλήσει παρά τις σκέψεις του. Ποτέ δεν είχε δει Άες Σεντάι να φέρεται σαν αυτήν, και έμοιαζε νέα, όχι αγέραστη. Μια κοπέλα της ηλικίας μου δεν Θα ήταν Άες Σεντάι. Αλλά...
«Σελήνη», είπε με χαμηλή φωνή, «μήπως είσαι Άες Σεντάι;»
«Άες Σεντάι», είπε εκείνη, σαν να έφτυνε το όνομα, τραβώντας απότομα τα χέρια της. «Άες Σεντάι! Όλο γι’ αυτό με κατηγορείς!» Πήρε μια βαθιά ανάσα και ίσιωσε το φόρεμά της, σαν να προσπαθούσε να ξαναβρεί την ψυχραιμία της. «Είμαι αυτό που είμαι, αυτή που είμαι. Και δεν είμαι Άες Σεντάι!» Και βυθίστηκε σε μια παγερή σιωπή, που έκανε ακόμα και τον πρωινό ήλιο να μοιάζει ψυχρός.
Ο Λόιαλ και ο Χούριν το αντιμετώπιζαν όσο πιο κόσμια μπορούσαν, προσπαθώντας να πιάσουν συζήτηση και να κρύψουν την αμηχανία τους, αλλά η Σελήνη τους έριζε ένα παγωμένο βλέμμα. Συνέχισαν το δρόμο τους.
Όμως μέχρι να στρατοπεδεύσουν εκείνη τη νύχτα, πλάι σ’ ένα ρέμα του βουνού που τους είχε προμηθεύσει με ψάρια για το φαγητό τους, η Σελήνη έμοιαζε να είχε ξαναβρεί τη διάθεσή της, συζητούσε με τον Ογκιρανό για βιβλία και μιλούσε γλυκά στον Χούριν.
Δεν μιλούσε όμως στον Ραντ, παρά μόνο όταν εκείνος μιλούσε πρώτος, κι αυτό συνεχίστηκε και το απόγευμα και την επόμενη μέρα, καθώς προχωρούσαν ανάμεσα στα βουνά που ορθωνόταν δεξιά κι αριστερά τους σαν πελώρια, τραχιά, γκρίζα τείχη, ανηφορίζοντας συνεχώς. Αλλά, όποτε ο Ραντ την κοίταζε, την έβρισκε να τον παρακολουθεί χαμογελώντας. Μερικές φορές ήταν χαμόγελο από κείνα που τον έκαναν να το ανταποδώσει, και μερικές από κείνα που τον έκαναν να ξεροβήξει και να κοκκινίσει, εξαιτίας των σκέψεών του, και άλλες πάλι φορές ήταν το μυστηριώδες, όλο γνώσεις χαμόγελο, το οποίο είχε κάποιες στιγμές και η Εγκουέν. Ήταν το χαμόγελο που τον έκανε να αισθάνεται παράξενα — αλλά τουλάχιστον ήταν χαμόγελο.
Δεν μπορεί να είναι Άες Σεντάι.
Ο δρόμος τους άρχισε να κατηφορίζει, κι ενώ ο ουρανός σουρούπωνε, το Μαχαίρι του Σφαγέα, επιτέλους, έδωσε τη θέση του σε λόφους, στρογγυλούς και πράους, με πιο πολλά δέντρα και αλσύλλια παρά δάση. Δεν υπήρχε κατασκευασμένος δρόμος, μονάχα ένα μονοπάτι, από κείνα που ήταν για να περνούν κάρα μια στις τόσες. Μερικοί λόφοι ήταν κομμένοι σχηματίζοντας αναβαθμίδες, όπου υπήρχαν χωράφια γεμάτα σπαρτά, αλλά χωρίς ανθρώπους, τέτοια ώρα. Τα διάσπαρτα κτίσματα από διάφορα αγροκτήματα ήταν μακριά από το δρόμο που είχαν πάρει και ο Ραντ το μόνο που διέκρινε ήταν ότι όλα ήταν φτιαγμένα από πέτρα.
Όταν είδε το χωριό μπροστά, τα φώτα είχαν κιόλας ανάψει και λαμπύριζαν σε μερικά παράθυρα προσμένοντας τη νύχτα.