«Απόψε θα κοιμηθούμε σε κρεβάτια», είπε.
«Θα το χαρώ, Άρχοντα Ραντ». Ο Χούριν γέλασε. Ο Λόιαλ ένευσε ότι συμφωνούσε.
«Στο πανδοχείο του χωριού», ξεφύσηξε η Σελήνη. «Βρώμικο, δίχως αμφιβολία, γεμάτο άπλυτους άνδρες, που θα κατεβάζουν τη μια μπύρα μετά την άλλη. Γιατί να μην κοιμηθούμε πάλι κάτω από τα αστέρια; Βρήκα ότι μου αρέσει να κοιμάμαι κάτω από τα άστρα».
«Δεν θα σου άρεσε να μας βρει ο Φάιν πάνω στον ύπνο», είπε ο Ραντ, «μαζί με κείνους τους Τρόλοκ. Με κυνηγά, Σελήνη. Και το Κέρας, επίσης, αλλά εμένα μπορεί να με βρει. Γιατί νομίζεις ότι πρόσεχα τόσο, αυτές τις μέρες;»
«Αν μας προλάβει ο Φάιν, θα τον κανονίσεις». Η φωνή της ήταν ψύχραιμη και σίγουρη. «Και μπορεί να υπάρχουν Σκοτεινόφιλοι και στο χωριό».
«Αλλά, ακόμα και να ξέρουν ποιοι είμαστε, δεν μπορούν να κάνουν τίποτα κοντά στους άλλους χωρικούς. Εκτός αν νομίζεις ότι οι πάντες στο χωριό είναι Σκοτεινόφιλοι».
«Κι αν ανακαλύψουν ότι μεταφέρεις το Κέρας; Είτε θέλεις μεγαλεία είτε όχι, ακόμα και οι αγρότες το ονειρεύονται».
«Έχει δίκιο, Ραντ», είπε ο Λόιαλ. «Φοβάμαι πως ακόμα και οι αγρότες ίσως θελήσουν να το πάρουν».
«Άνοιξε την κουβέρτα σου, Λόιαλ, και ρίξε την πάνω στο κιβώτιο. Σκέπασέ το». Ο Λόιαλ υπάκουσε και ο Ραντ ένευσε. Ήταν προφανές ότι κάτω από τη ριγέ κουβέρτα του Ογκιρανού υπήρχε ένα κιβώτιο ή ένα κουτί, αλλά τίποτα δεν φανέρωνε ότι δεν ήταν απλή αποσκευή. «Η ντουλάπα της Αρχόντισσάς μου», είπε ο Ραντ, χαμογελώντας πλατιά και κάνοντας μια υπόκλιση.
Η Σελήνη απάντησε στο αστειάκι του με σιωπή και μ’ ένα δυσανάγνωστο βλέμμα. Μετά από μια στιγμή, ξαναξεκίνησαν.
Σχεδόν αμέσως, προς τα αριστερά του Ραντ, κάτι στο έδαφος καθρέφτισε τον ήλιο που βασίλευε. Κάτι μεγάλο. Κάτι πολύ μεγάλο, αν έκρινε από το φως που αντανακλούσε. Νιώθοντας περιέργεια, έστριψε το άλογό του προς τα κει.
«Άρχοντά μου;» είπε ο Χούριν. «Το χωριό;»
«Απλώς θέλω να δω αυτό πρώτα», είπε ο Ραντ. Είναι πιο λαμπερό κι από το φως του ήλιου όταν πέφτει σε νερό. Τι μπορεί να είναι;
Έχοντας το βλέμμα στην αντανάκλαση, ξαφνιάστηκε, όταν ο Κοκκινοτρίχης σταμάτησε. Πριν τον κλωτσήσει για να συνεχίσει, κατάλαβε ότι στέκονταν στο πήλινο χείλος ενός βαράθρου, μπροστά σε μια πελώρια σκαμμένη περιοχή. Το μεγαλύτερο μέρος του λόφου είχε χαθεί, καθώς είχαν σκάψει σε βάθος τουλάχιστον εκατό απλωσιών. Σίγουρα είχαν εξαφανιστεί κι άλλοι λόφοι, μπορεί και μερικά χωράφια, γιατί η τρύπα είχε πλάτος δεκαπλάσιο του βάθους της. Η απέναντι πλευρά έμοιαζε πατημένη, έτσι ώστε να σχηματίζει ράμπα. Υπήρχαν άνδρες στον πυθμένα, καμιά δωδεκαριά, που άναβαν φωτιά· εκεί κάτω, πλησίαζε η νύχτα. Ανάμεσά τους κάποιες αρματωσιές γυάλιζαν στο φως και στα πλευρά τους κρέμονταν σπαθιά. Ο Ραντ σχεδόν δεν τους κοίταξε.
Από τον πηλό στον πάτο του λάκκου υψωνόταν γερτό ένα γιγαντιαίο πέτρινο χέρι, που κρατούσε μια κρυστάλλινη σφαίρα, κι ήταν αυτή που έλαμπε με τις τελευταίες αχτίδες του φωτός. Ο Ραντ κοίταξε χάσκοντας το μέγεθος της, αυτής της λείας σφαίρας —ήταν σίγουρος πως ούτε μια γρατζουνιά δεν χαλούσε την επιφάνειά της— η οποία είχε πλάτος τουλάχιστον είκοσι απλωσιές.
Κάπου παραπέρα από το χέρι, ήταν ξεθαμμένο ένα πέτρινο πρόσωπο αναλόγων διαστάσεων. Το πρόσωπο ενός άνδρα, γενειοφόρου, που ξεπρόβαλλε από το έδαφος με την αξιοπρέπεια της μακραίωνης ηλικίας του· τα πλατιά χαρακτηριστικά έμοιαζαν να έχουν σοφία και γνώση.
Το κενό σχηματίστηκε απρόσκλητο, πλήρες κι ολόκληρο μονομιάς, με το σαϊντίν να λάμπει, να καλεί. Ο Ραντ ήταν τόσο προσηλωμένος στο πρόσωπο που δεν συνειδητοποίησε καν τι είχε συμβεί. Είχε ακούσει κάποτε έναν καπετάνιο να μιλά για ένα γιγαντιαίο χέρι που κρατούσε μια πελώρια κρυστάλλινη σφαίρα· ο Μπέυλ Ντόμον ισχυριζόταν πως ξεπρόβαλλε από ένα λόφο στο νησί του Τρεμάλκινγκ.
«Αυτό είναι επικίνδυνο», είπε η Σελήνη. «Πάμε, Ραντ».
«Μου φαίνεται πως μπορώ να βρω μονοπάτι για να κατεβούμε», είπε αυτός αφηρημένα. Το σαϊντίν του τραγουδούσε. Η πελώρια λάμπα έμοιαζε να λάμπει κατάλευκη με το φως του δύοντος ήλιου. Του φαινόταν πως στα βάθη του κρυστάλλου, το φως στροβιλιζόταν με το ρυθμό του τραγουδιού του σαϊντίν. Αναρωτήθηκε γιατί οι άνδρες εκεί κάτω δεν το πρόσεχαν.
Μ Σελήνη τον πλησίασε και πήρε το χέρι του. «Σε παρακαλώ, Ραντ, πρέπει να έρθεις». Εκείνος κοίταξε το χέρι της, μπερδεμένος, και μετά το βλέμμα του ανηφόρισε το μπράτσο της και κατέληξε στο πρόσωπό της. Έμοιαζε πραγματικά ανήσυχη, ίσως και φοβισμένη. «Ας πούμε ότι το περβάζι δεν θα υποχωρήσει κάτω από τα άλογά μας και δεν θα σπάσουμε το λαιμό μας πέφτοντας· αλλά αυτοί οι άνδρες είναι φύλακες και κανένας δεν βάζει φύλακες σε μέρη που επιτρέπεται στους περαστικούς να χαζεύουν. Ποιο το όφελος που απέφυγες τον Φάιν, αν σε συλλάβουν οι φρουροί κάποιου άρχοντα; Έλα τώρα».