Выбрать главу

Ξαφνικά —μια μετέωρη, απόμακρη σκέψη— συνειδητοποίησε ό,τι τον περιέβαλλε το κενό. Το σαϊντίν τραγουδούσε και η σφαίρα παλλόταν —ακόμα και χωρίς να την κοιτάξει, την ένιωθε— και του ήρθε η σκέψη πως, αν τραγουδούσε κι ο ίδιος το τραγούδι του σαϊντίν, εκείνο το πελώριο πέτρινο πρόσωπο θα άνοιγε το στόμα και θα τραγουδούσε μαζί του. Μαζί του και μαζί με το σαϊντίν. Όλα ένα.

«Σε παρακαλώ, Ραντ», είπε η Σελήνη. «Θα πάω στο χωριό μαζί σου. Δεν θα ξαναμιλήσω για το Κέρας. Μόνο έλα!»

Ο Ραντ άφησε το κενό... κι εκείνο δεν χάθηκε. Το σαϊντίν γουργούριζε και το φως στη σφαίρα χτυπούσε σαν καρδιά. Σαν την καρδιά του. Ο Λόιαλ, ο Χούριν, η Σελήνη, όλοι τον κοίταζαν, αλλά έμοιαζαν να μην αντιλαμβάνονται την ολόλαμπρη πυρά του κρυστάλλου. Προσπάθησε να διώξει το κενό. Εκείνο στάθηκε ασάλευτο, σαν γρανίτης ο Ραντ έπλεε σε μια αδειανωσύνη, σκληρή σαν πέτρα. Το τραγούδι του σαϊντίν, το τραγούδι της σφαίρας, τα ένιωθε να ριγούν στα κόκαλά του. Αρνήθηκε βλοσυρά να παραδοθεί, άπλωσε βαθιά στον ι αυτό του... Λεν δα με...

«Ραντ». Δεν ήξερε ποιανού φωνή ήταν.

...άπλωσε για τον πυρήνα του ποιος ήταν, τον πυρήνα του τι ήταν...

...δεν θα...

«Ραντ». Το τραγούδι τον γέμιζε, γέμιζε την αδειανωσύνη.

...άγγιξε πέτρα, καυτή κάτω από τον άσπλαχνο ήλιο, παγωμένη από την ανελέητη νύχτα...

...δεν...

Το φως τον γέμισε, τον τύφλωσε.

«Μέχρι να μην υπάρχει πια απόσκιο», είπε μπερδεμένα, «μέχρι να μην υπάρχει πια νερό...»

Τον γέμισε η δύναμη. Ήταν ένα με τη σφαίρα.

«... στη Σκιά με τα δόντια γυμνωμένα...»

Η δύναμη ήταν δική του. Η Δύναμη ήταν δική του.

«... για να φτύσω στο μάτι του Τυφλωτή...»

Δύναμη για να Τσακίσει τον Κόσμο.

«...την τελευταία μέρα!» Ήταν μια κραυγή, κατ το κενό χάθηκε. Ο Κοκκινοτρίχης τινάχτηκε με το ξεφωνητό του· ο πηλός άρχισε να θρυμματίζεται κάτω από την οπλή του αλόγου και να χύνεται στο λάκκο. Το μεγάλο άλογο γονάτισε, Ο Ραντ έσκυψε μπροστά, πιάνοντας τα γκέμια, και ο Κοκκινοτρίχης βγήκε σε ασφαλές σημείο, μακριά από το χείλος.

Είδε ότι όλοι τον κοίταζαν. Η Σελήνη, ο Λόιαλ, ο Χούριν, όλοι. «Τι συνέβη;» Το κενό... Άγγιξε το μέτωπό του. Το κενό δεν είχε χαθεί όταν το είχε αφήσει και η λάμψη του σαϊντίν είχε δυναμώσει και... Δεν μπορούσε να θυμηθεί τίποτα άλλο. Σαϊντίν. Ένιωσε να παγώνει. «Μήπως... έκανα τίποτα;» Έσμιξε τα φρύδια, προσπαθώντας να θυμηθεί. «Είπα τίποτα;»

«Καθόσουν εκεί, σαν άγαλμα», είπε ο Λόιαλ, «μουρμούριζες μόνος σου, ό,τι και να σου λέγαμε. Δεν κατάλαβα τι έλεγες, παρά μόνο όταν φώναξες ‘μέρα!’ τόσο δυνατά, που παραλίγο θα ξυπνούσες και τους νεκρούς και θα έκανες τον Κοκκινοτρίχη να πέσει στο γκρεμό. Είσαι άρρωστος; Κάθε μέρα φέρεσαι όλο και πιο παράξενα».

«Λεν είμαι άρρωστος», είπε τραχιά ο Ραντ, και μετά απάλυνε τον τόνο του. «Είμαι μια χαρά, Λόιαλ». Η Σελήνη τον κοίταζε επιφυλακτικά.

Από το λάκκο ακούστηκαν κάποιοι να φωνάζουν, χωρίς να ξεχωρίζουν λόγια.

«Άρχοντα Ραντ», είπε ο Χούριν, «νομίζω ότι οι φρουροί τελικά μας πρόσεξαν. Αν ξέρουν δρόμο που να ανεβαίνει απ’ αυτή την πλευρά, θα μας φτάσουν από λεπτό σε λεπτό».

«Ναι», είπε η Σελήνη. «Ας φύγουμε γρήγορα».

Ο Ραντ κοίταξε τον τόπο της ανασκαφής και μετά τράβηξε γοργά το βλέμμα. Ο μεγάλος κρύσταλλος δεν είχε μέσα του τίποτα παρά μόνο το φως, που καθρεφτιζόταν από τον ήλιο του δειλινού, αλλά δεν ήθελε να το κοιτάξει. Σχεδόν μπορούσε να θυμηθεί... κάτι για τη σφαίρα. «Δεν βλέπω το λόγο να τους περιμένουμε. Δεν κάναμε τίποτα. Πάμε να βρούμε πανδοχείο». Έστρεψε τον Κοκκινοτρίχη προς το χωριό και σύντομα άφησαν πίσω τους και το λάκκο και τους φρουρούς που φώναζαν.

Όπως πολλά άλλα χωριά, το Τρεμόνσιεν καταλάμβανε την κορυφή ενός λόφου, αλλά, όπως και τα αγροκτήματα που είχαν περάσει στο δρόμο, είχαν σκάψει σ’ αυτό το λόφο αναβαθμίδες με πέτρινα τοιχάκια για να συγκρατούν το χώμα. Τετράγωνα πέτρινα σπίτια στέκονταν σε ακριβώς υπολογισμένα σημεία της γης, με λαχανόκηπους ακριβείας πίσω τους, πάνω σε λίγους ευθείς δρόμους, οι οποίοι συναντιόνταν μεταξύ τους σε ορθές γωνίες. Οι χωρικοί δεν είχαν συγκατανεύσει στην αναγκαιότητα της καμπύλης, στους δρόμους που πήγαιναν στην πίσω πλευρά του λόφου.

Αλλά όμως οι άνθρωποι έμοιαζαν αρκετά ανοιχτοί και φιλικοί, έτσι όπως κοντοστέκονταν για να χαιρετηθούν, καθώς έτρεχαν να ξεμπερδέψουν με τις τελευταίες δουλειές τους πριν βραδιάσει. Ήταν κοντοί —κανένας δεν ξεπερνούσε τον ώμο του Ραντ, και λίγοι έφταναν στο μπόι τον Χούριν— με σκούρα μάτια και χλωμά, στενά πρόσωπα, ντυμένοι με σκούρα ρούχα, με εξαίρεση κάτι λίγους, που είχαν μια πινελιά χρώματος οριζόντια στο στήθος. Οι μυρωδιές από μαγειρεμένα φαγητά —με παράξενα μπαχαρικά, όπως επέμενε η μύτη του Ραντ— γέμιζαν τον αέρα, αν και μερικές νοικοκυρές ακόμα έγερναν στις πόρτες τους για να μιλήσουν· οι πόρτες ήταν χωρισμένος στα δύο, έτσι μπορούσαν να έχουν ανοιχτό το πάνω μισό και κλειστό το κάτω. Οι άνθρωποι κοίταζαν τους νεοφερμένους με περιέργεια, δίχως ίχνος εχθρότητας. Μερικοί κοίταζαν λιγάκι παραπάνω τον Λόιαλ, βλέποντας έναν Ογκιρανό να προχωρά δίπλα σ’ ένα άλογο μεγάλο σαν επιβήτορας ράτσας Ντούραν, αλλά το βλέμμα δεν κρατούσε πολύ.