Выбрать главу

Το πανδοχείο, ακριβώς στην κορυφή του λόφου, ήταν από πέτρα, όπως όλα τα άλλα κτίρια του χωριού, και ήταν ολοφάνερο, χάρη σε μια ζωγραφισμένη ταμπέλα που κρεμόταν πάνω από τις πλατιές πόρτες. Τα Εννιά Δαχτυλίδια. Ο Ραντ κατέβηκε χαμογελώντας και έδεσε τον Κοκκινοτρίχη στο δοκάρι μπροστά. «Τα Εννιά Δαχτυλίδια» ήταν μια από τις αγαπημένες του περιπετειώδεις ιστορίες, όταν ήταν μικρός· και μάλλον ήταν ακόμα.

Η Σελήνη ακόμα έδειχνε ταραγμένη, όταν τη βοήθησε να ξεπεζέψει. «Είσαι καλά;» τη ρώτησε. «Δεν πιστεύω να σε τρόμαζα εκεί; Ο Κοκκινοτρίχης δεν θα έπεφτε από το γκρεμό μαζί μου». Αναρωτήθηκε τι στ’ αλήθεια είχε συμβεί.

«Με τρόμαξες», του είπε με πνιχτή φωνή, «και δεν τρομάζω εύκολα. Μπορεί να σκοτωνόσουν, να σκότωνες...» Έσιαξε το φόρεμά της. «Ας ανεβούμε στα άλογα να φύγουμε. Απόψε. Τώρα. Φέρε το Κέρας, και θα μείνω στο πλευρό σου για πάντα. Σκέψου το. Εγώ στο πλευρό σου και το Κέρας του Βαλίρ στα χέρια σου. Κι αυτό θα είναι μονάχα η αρχή, σου το υπόσχομαι. Τι παραπάνω να ζητήσεις;»

Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. «Δεν μπορώ, Σελήνη. Το Κέρας...» Κοίταξε γύρω του. Ένας χωρικός κοίταξε από το παράθυρό του στην απέναντι πλευρά του δρόμου και μετά τράβηξε τις κουρτίνες· με το δειλινό ο δρόμος είχε σκοτεινιάσει και δεν φαινόταν άλλος κανείς, εκτός από τον Λόιαλ και τον Χούριν. «Το Κέρας δεν είναι δικό μου. Σου το έχω πει». Εκείνη του γύρισε την πλάτη και ο λευκός μανδύας της τον κράτησε μακριά της, σαν τοίχος φτιαγμένος από τούβλα.

21

Τα Εννιά Δαχτυλίδια

Ο Ραντ περίμενε πως η κοινή αίθουσα θα ήταν άδεια, αφού κόντευε η ώρα του δείπνου, αλλά υπήρχαν πεντ’ έξι άνδρες στριμωγμένοι σ’ ένα τραπέζι, οι οποίοι έπαιζαν ζάρια και έπιναν μπύρα, κι ένας άλλος που καθόταν κι έτρωγε μόνος του. Αν και οι παίκτες δεν έδειχναν να έχουν όπλα και δεν φορούσαν αρματωσιά, παρά μόνο απλά πανωφόρια και στενά μπλε παντελόνια, κάτι στη στάση τους έλεγε στον Ραντ πως ήταν στρατιώτες. Το βλέμμα του πήγε στον μοναχικό. Αξιωματικός, με το πάνω μέρος από τις μπότες του γυρισμένο προς τα κάτω και με το σπαθί στηριγμένο στο τραπέζι δίπλα στην καρέκλα του. Μια κόκκινη πινελιά και μια κίτρινη διέσχιζαν το στήθος του γαλάζιου χιτωνίου του αξιωματικού, από τον ένα ώμο ως τον άλλο, και το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ήταν ξυρισμένο, αν και τα μελαχρινά μαλλιά του έπεφταν μακριά στην πλάτη του. Τα μαλλιά των στρατιωτών ήταν κοντά κομμένα, σαν να τους είχαν κουρέψει όλους βάζοντας το κεφάλι την γαβάθα και κόβοντας ό,τι περίσσευε. Και οι επτά γύρισαν για να κοιτάξουν τον Ραντ και τους άλλους που έμπαιναν μέσα.

Η πανδοχέας ήταν μια λεπτή γυναίκα με μακριά μύτη και μαλλιά που γκρίζαραν, αλλά οι ρυτίδες της έμοιαζαν μέρος του αυθόρμητου χαμόγελού της παρά κάτι άλλο. Βγήκε φουριόζα, σκουπίζοντας τα χέρια σε μια πεντακάθαρη άσπρη ποδιά. «Καλή σας εσπέρα» —το γοργό βλέμμα της είδε το κόκκινο χρυσοκέντητο πανωφόρι του Ραντ και το καλοφτιαγμένο άσπρο φόρεμα της Σελήνης— «Άρχοντά μου, Αρχόντισσά μου. Με λένε Μάγκλιν Μάντγουεν, Άρχοντά μου. Καλωσορίσατε στα Εννιά Δαχτυλίδια. Κι ένας Ογκιρανός. Δεν έρχονται πολλοί του είδους σου από εδώ, φίλε Ογκιρανέ. Μάλλον μας ήρθες από το Στέντιγκ Τσόφου, ε;»

Ο Λόιαλ κατάφερε να κάνει μια άγαρμπη ημι-υπόκλιση, καθώς σήκωνε το κιβώτιο. «Όχι, καλή μου πανδοχέα. Ήρθα από τον άλλο δρόμο, από τις Μεθόριες».

«Από τις Μεθόριες, είπες. Για δες. Κι εσύ, Άρχοντά μου; Συμπάθα με που ρωτώ, αλλά δεν έχεις την κοψιά των ανθρώπων στις Μεθόριες, χωρίς παρεξήγηση».

«Είμαι από τους Δύο Ποταμούς, Κυρά Μάντγουεν, στο Άντορ». Κοίταξε τη Σελήνη — δεν φαινόταν να παραδέχεται την ύπαρξη του· το ανέκφραστο βλέμμα της μόλις που παραδεχόταν την ύπαρξη του δωματίου και των θαμώνων. «Η Αρχόντισσα Σελήνη είναι από την Καιρχίν, από την πρωτεύουσα, κι εγώ είμαι από το Άντορ».

«Ό,τι πεις, Άρχοντά μου». Η ματιά της Κυράς Μάντγουεν έπεσε στο σπαθί του Ραντ· οι μπρούτζινοι ερωδιοί φαίνονταν καθαρά στη λαβή και στο θηκάρι. Κατσούφιασε για μια στιγμή, αλλά το πρόσωπό της έλαμψε αμέσως. «Θα θέλεις φαγητό για σένα και για την όμορφη Αρχόντισσά σου, και για τους ακόλουθούς σου. Και δωμάτια, κατά πως φαίνεται. Θα βάλω να περιποιηθούν τα άλογα. Έχω ένα καλό τραπέζι για σας, από δω, και στη φωτιά μαγειρεύω χοιρινό με κίτρινες πιπεριές. Θα κυνηγήσεις το Κέρας του Βαλίρ, λοιπόν, Άρχοντά μου, εσύ και η Αρχόντισσά σου;»