Выбрать главу

Καθώς την ακολουθούσε, ο Ραντ παραλίγο θα σκόνταφτε. «Όχι! Γιατί το νομίζεις;»

«Δεν ήθελα να σε προσβάλλω, Άρχοντά μου. Πέρασαν κιόλας δύο από δω, γυαλισμένοι να μοιάζουν με ήρωες —δεν υπονοώ τίποτα για την αφεντιά σου, Άρχοντά μου— τον περασμένο μήνα. Δεν έρχονται πολλοί ξένοι εδώ, εκτός από κάποιους εμπόρους από την πρωτεύουσα, που αγοράζουν βρώμη και κριθάρι. Δεν νομίζω να έφυγαν ακόμα οι Κυνηγοί από το Ίλιαν, αλλά μπορεί κάποιοι να σκεφτούν μήπως δεν χρειάζονται την ευλογία και παρατήσουν την τελετή για να φύγουν πριν τους άλλους».

«Δεν κυνηγάμε το Κέρας, κυρά». Ο Ραντ δεν κοίταξε το δέμα στην αγκαλιά του Λόιαλ· η κουβέρτα με τις πολύχρωμες ρίγες της μαζευόταν πάνω από τα μπράτσα του Ογκιρανού και μεταμφίεζε το κιβώτιο καλά. «Αυτό είναι σίγουρο. Πάμε στην πρωτεύουσα».

«Ό,τι πεις, Άρχοντά μου. Με συγχωρείς που ρωτώ, αλλά είναι καλά η Αρχόντισσά σου;»

Η Σελήνη την κοίταξε και άνοιξε το στόμα για πρώτη φορά. «Είμαι αρκετά καλά». Η φωνή της έριξε μια παγωνιά στον αέρα, που, για μια στιγμή, έκανε κάθε συζήτηση να σταματήσει.

«Δεν είσαι Καιρχινή, Κυρά Μάντγουεν», είπε ξαφνικά ο Χούριν. Έτσι φορτωμένος που ήταν με τα σακίδιά τους και το δέμα του Ραντ, έμοιαζε σαν κάρο με πόδια. «Με συγχωρείς, αλλά μιλάς αλλιώτικα».

Η Κυρά Μάντγουεν ύψωσε τα φρύδια, έριξε μια ματιά στον Ραντ και μετά χαμογέλασε. «Έπρεπε να καταλάβω ότι αφήνεις τον υπηρέτη σου να λέει ό,τι θέλει, αλλά είμαι συνηθισμένη σ’ αυτά με—» Το βλέμμα της πέρασε από τον αξιωματικό, ο οποίος είχε ξαναρχίσει να τρώει. «Μα το Φως, όχι, δεν είμαι Καιρχινή, αλλά για τις αμαρτίες μου η τιμωρία ήταν να πάρω άντρα από δω. Είκοσι τρία χρόνια έζησα μαζί του, κι όταν πέθανε —το Φως να λάμπει πάνω του— ήμουν έτοιμη να ξαναγυρίσω στο Λάγκαρντ, αλλά μου την έφερε. Άφησε το πανδοχείο σε μένα και τα λεφτά στον αδελφό του, ενώ εγώ ήμουν σίγουρη πως θα έκανε το ανάποδο. Κατεργάρης και πονηρός, έτσι ήταν ο Μπάριν, όπως κι όλοι οι άντρες που γνώρισα, και χειρότεροι οι Καιρχινοί. Θα καθίσεις, Άρχοντά μου; Αρχόντισσά μου;»

Η πανδοχέας κοίταξε ξαφνιασμένη τον Χούριν, που κάθισε στο τραπέζι μαζί τους — απ’ ό,τι φαινόταν, άλλο πράγμα ήταν οι Ογκιρανοί κι άλλο ο Χούριν, τον οποίο έβλεπε σαφώς σαν υπηρέτη. Έριξε πάλι μια γοργή ματιά στον Ραντ και έτρεξε στην κουζίνα, και σύντομα οι σερβιτόρες ήρθαν με τα φαγητά τους, χαχανίζοντας και κοιτάζοντας τον άρχοντα και την αρχόντισσα και τον Ογκιρανό, ώσπου η Κυρά Μάντγουεν τις ξανάστειλε στις δουλειές τους.

Στην αρχή ο Ραντ κοίταξε το φαγητό του με αμφιβολία. Το χοιρινό ήταν κομμένο σε μικρά κομμάτια, ανακατεμένο με μακριές λωρίδες από κίτρινες πιπεριές και μπιζέλια και διάφορα λαχανικά, και πράγματα τα οποία δεν αναγνώριζε, μέσα σε κάποια διαφανή, πηχτή σάλτσα. Είχε μυρωδιά γλυκιά και πικάντικη μαζί. Η Σελήνη απλώς σκάλιζε το δικό της, αλλά ο Ογκιρανός έτρωγε με όρεξη.

Ο Χούριν χαμογέλασε στον Ραντ, καθώς έπιανε το πιρούνι του. «Πάντα βάζουν παράξενα μπαχαρικά στο φαγητό τους οι Καιρχινοί, Άρχοντα Ραντ, αλλά πάντως δεν είναι και άσχημο».

«Δεν θα σε δαγκώσει, Ραντ», πρόσθεσε ο Λόιαλ.

Ο Ραντ έβαλε διστακτικά μια μπουκιά στο στόμα και παραλίγο θα μούγκριζε. Η γεύση του ήταν ίδια με τη μυρωδιά του, γλυκιά και πικάντικη μαζί· το χοιρινό ήταν ξεροψημένο απ’ έξω και τρυφερό μέσα, και υπήρχαν καμιά δεκαριά διαφορετικές γεύσεις και μπαχαρικά, που έκαναν ένα μίγμα γεμάτο αντιθέσεις. Δεν έμοιαζε με τίποτα άλλο απ’ ό,τι είχε δοκιμάσει ποτέ. Ήταν πεντανόστιμο. Άδειασε το πιάτο του και, όταν η Κυρά Μάντγουεν ξαναγύρισε με τις σερβιτόρες για να καθαρίσουν, παραλίγο θα της ζητούσε κι άλλο, όπως είχε κάνει ο Λόιαλ. Η Σελήνη είχε αφήσει το πιάτο της μισογεμάτο, αλλά έκανε απότομα νόημα σε μια κοπέλα να το πάρει.

«Ευχαρίστηση μου, φίλε Ογκιρανέ». Η πανδοχέας χαμογέλασε. «Θέλει πολύ φαΐ για να φτάσει κανείς στο μπόι σου. Κατρίν, φέρε άλλη μια μερίδα, και κάνε γρήγορα». Μια από τις κοπέλες έτρεξε μέσα. Η Κυρά Μάντγουεν έστρεψε το χαμόγελό της στον Ραντ. «Άρχοντά μου, είχα εδώ έναν που έπαιζε μπίτερν, αλλά παντρεύτηκε την κόρη ενός αγρότη και τώρα τον έχει να δουλεύει το άροτρο. Από το μπόγο του υπηρέτη σου ξεπροβάλλει η θήκη ενός φλάουτου, το πρόσεξα κατά λάθος. Αφού ο μουσικός μου έφυγε, θα μας κάνεις τη χάρη να παίξει ένα σκοπό ο άνθρωπός σου;»

Ο Χούριν έδειξε αμηχανία.

«Λεν παίζει αυτός», εξήγησε ο Ραντ. «Εγώ παίζω».