Η γυναίκα ανοιγόκλεισε τα μάτια. Απ’ ό,τι φαινόταν, οι άρχοντες στην Καιρχίν δεν έπαιζαν φλάουτο. «Παίρνω πίσω την παράκληση, Άρχοντά μου. Μα το Φως, δεν ήθελα να σε προσβάλω, αλήθεια σου λέω. Ποτέ δεν θα ζητούσα από έναν αφέντη σαν και σένα να παίξει στην κοινή αίθουσα».
Ο Ραντ δίστασε μια στιγμή. Πολύ καιρό έκανε εξάσκηση στο σπαθί αντί για το φλάουτο και τα νομίσματα στην τσέπη του δεν θα κρατούσαν πολύ. Όταν ξεφορτωνόταν τα φανταχτερά ρούχα του —όταν παρέδιδε το Κέρας στον Ίνγκταρ και το εγχειρίδιο στον Ματ — θα χρειαζόταν το φλάουτο για να βγάλει πάλι το ψωμί του, καθώς θα έψαχνε για μέρος ασφαλές από τις Άες Σεντάι. Ασφαλές και από μένα; Κάτι συνέβη εκεί. Τι;
«Δεν με πειράζει», είπε. «Χούριν, φέρε μου τη θήκη. Τράβα την όπως είναι». Δεν ήταν ανάγκη να φανεί ο μανδύας του βάρδου· ήδη πολλά αναπάντητα ερωτήματα έπαιζαν στα σκούρα μάτια της Κυράς Μάντγουεν.
Το όργανο, από χρυσάφι στολισμένο με ασήμι, έμοιαζε άξιο για να το παίξει άρχοντας, αν υπήρχαν πουθενά άρχοντες που να παίζουν φλάουτο. Ο ερωδιός που ήταν αποτυπωμένος στη δεξιά παλάμη του δεν εμπόδιζε τις κινήσεις των δαχτύλων. Οι αλοιφές της Σελήνης είχαν κάνει τόσο καλή δουλειά, που ο Ραντ δεν σκεφτόταν το σημάδι παρά μόνο όταν το έβλεπε. Αλλά τώρα ήταν στις σκέψεις του και ασυνείδητα άρχισε να παίζει «Το Πέταγμα του Ερωδιού».
Ο Χούριν κουνούσε το κεφάλι ρυθμικά με το σκοπό και ο Λόιαλ χτυπούσε το ρυθμό στο τραπέζι μ’ ένα χοντρό δάχτυλο. Η Σελήνη κοίταξε τον Ραντ σαν να αναρωτιόταν ποιος ήταν ―Δεν είμαι άρχοντας, Αρχόντισσά μου. Είμαι βοσκός, και παίζω φλάουτο σε πανδοχεία— αλλά οι στρατιώτες άφησαν τις κουβέντες και γύρισαν για ν’ ακούσουν, και ο αξιωματικός έκλεισε το ξύλινο εξώφυλλο του βιβλίου που είχε αρχίσει να διαβάζει. Το σταθερό βλέμμα της Σελήνης χτύπησε μια πεισματάρικη χορδή του Ραντ. Απέφυγε εσκεμμένα κάθε τραγούδι που ίσως ταίριαζε σε παλάτι ή σε μέγαρο άρχοντα. Έπαιξε το «Μόνο Έναν Κουβά Νερό» και το «Το Γέρικο Φύλλο στους Δύο Ποταμούς», το «Ο Γέρο-Τζεκ Ανέβηκε στο Δέντρο» και το «Η Πίπα του Πρίκετ του Νοικοκύρη».
Στο τελευταίο, οι έξι στρατιώτες άρχισαν να τραγουδούν με τις αγριοφωνάρες τους, αν και δεν ήταν τα λόγια που ήξερε ο Ραντ.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Ραντ ανακάλυπτε πως μια μελωδία είχε διαφορετικούς στίχους και διαφορετικά ονόματα σε άλλα μέρη, και μερικές φορές σε άλλα χωριά της ίδιας περιοχής. Έπαιξε μαζί τους, ώσπου οι στρατιώτες άφησαν τα λόγια να σβήσουν, χτυπώντας ο ένας τον άλλο στον ώμο και κάνοντας αγενή σχόλια για τις τραγουδιστικές τους ικανότητες.
Όταν ο Ραντ κατέβασε το φλάουτο, ο αξιωματικός σηκώθηκε και έκανε μια κοφτή κίνηση. Το γέλιο των στρατιωτών κόπηκαν μαχαίρι, υποκλίθηκαν στον αξιωματικό —και στον Ραντ— φέρνοντας το χέρι στο στήθος, και έφυγαν χωρίς να ρίξουν πίσω δεύτερη ματιά.
Ο αξιωματικός ήρθε στο τραπέζι του Ραντ και υποκλίθηκε, με το χέρι στην καρδιά· το ξυρισμένο μπροστινό μέρος του κεφαλιού του έμοιαζε να ήταν πασπαλισμένο με άσπρη σκόνη. «Η Χάρη να σου χαμογελά, Άρχοντά μου. Ελπίζω να μην σε ενόχλησαν έτσι που τραγουδούσαν. Είναι άνθρωποι του λαού, αλλά σε διαβεβαιώνω, δεν ήθελαν να σε προσβάλουν. Με λένε Άλντιν Κάλντεβουιν, Άρχοντα μου. Είμαι Λοχαγός στο Στρατό της Αυτού Μεγαλειότητος, που το Φως να τον φωτίζει». Το βλέμμα του άγγιξε το σπαθί του Ραντ· ο Ραντ είχε την αίσθηση ότι ο Κάλντεβουιν είχε προσέξει τους ερωδιούς από τη στιγμή που είχε πατήσει το πόδι του στο πανδοχείο.
«Δεν με πρόσβαλαν». Η προφορά του αξιωματικού του θύμιζε την προφορά της Μουαραίν· μιλούσε καθαρά και πρόφερε τις λέξεις ολόκληρες. Στ’ αλήθεια μ’ άφησε η Μουαραίν να φύγω; Αναρωτιέμαι αν με ακολουθεί. Ή αν με περιμένει κάπου. «Κάθισε, Λοχαγέ. Σε παρακαλώ». Ο Κάλντεβουιν πήρε καρέκλα από ένα άλλο τραπέζι. «Πες μου, Λοχαγέ, αν δεν σε πειράζει. Μήπως είδες άλλους ξένους τώρα πρόσφατα; Μια αρχόντισσα, κοντή και λεπτή, κι έναν πολεμιστή με γαλανά μάτια; Είναι ψηλός και μερικές φορές φορά το σπαθί του στην πλάτη».
«Λεν έχω δει κανέναν ξένο», είπε ο άλλος, ενώ καθόταν αλύγιστος στην καρέκλα του. «Εξόν από σένα και την Αρχόντισσά σου,
Άρχοντα μου. Λίγοι αριστοκράτες έρχονται ποτέ εδώ». Το βλέμμα του πέρασε από τον Λόιαλ και έσμιξε λιγάκι τα φρύδια· τον Χούριν τον πήρε για υπηρέτη και τον αγνόησε.