Выбрать главу

«Μια σκέψη έκανα».

«Κάτω από το Φως, Άρχοντά μου, μ’ όλο το σεβασμό, θα μπορούσα να μάθω το όνομά σου; Έχουμε τόσο λίγους ξένους εδώ, που νιώθω ότι θέλω να τους ξέρω όλους».

Ο Ραντ του το έδωσε —δεν ισχυρίστηκε ότι είχε κάποιον τίτλο, αλλά ο αξιωματικός δεν φάνηκε να το προσέχει— και είπε, όπως είχε πει και στην πανδοχέα, «Από τους Δύο Ποταμούς, στο Άντορ».

«Άκουσα πως είναι μέρος θαυμαστό, Άρχοντα Ραντ —μπορώ να σε λέω έτσι;— και ξεχωριστοί άνθρωποι οι Αντορίτες. Κανένας Καιρχινός δεν έχει φορέσει ποτέ σπαθί αρχιξιφομάχου τόσο νεαρός όσο εσύ. Συνάντησα κάποιους Αντορίτες κάποτε, ανάμεσά τους και τον Στρατηγό των Φρουρών της Βασίλισσας. Δεν θυμάμαι το όνομά του· ντροπή μου. Ίσως μου το Θυμίσεις;»

Ο Ραντ ένιωθε πίσω τους τις σερβιτόρες που τακτοποιούσαν και σκούπιζαν. Ο Κάλντεβουιν έμοιαζε απλώς να κάνει συζήτηση, αλλά η όψη του έδειχνε σαν να έψαχνε για κάτι. «Γκάρεθ Μπράυν».

«Φυσικά. Πολύ νέος, για τέτοια ευθύνη».

Ο Ραντ μίλησε ατάραχα. «Ο Γκάρεθ Μπράυν έχει τόσο γκρίζο πια μαλλιά, που θα μπορούσε να είναι πατέρας σου, Λοχαγέ».

«Συγχώρεσέ με, Άρχοντά μου Ραντ. Εννοούσα ότι την ανέλαβε νέος». Ο Κάλντεβουιν στράφηκε προς τη Σελήνη, και για μια στιγμή απλώς ι χάθηκε κοιτάζοντάς την, Στο τέλος τινάχτηκε ελαφρά, σαν να έβγαινε από νάρκη. «Συγχώρεσέ με που σε κοιτάζω έτσι, Αρχόντισσά μου, και συγχώρεσέ με για τα λόγια μου, αλλά η Χάρη σίγουρα σου χαμογέλασε. Θα μου πεις ένα όνομα για να το βάλω πλάι σε μια τέτοια ομορφιά;»

Τη στιγμή ακριβώς που η Σελήνη άνοιγε το στόμα, μια κοπέλα τσίριξε και έριξε μια λάμπα, την οποία κατέβαζε από ένα ράφι. Το λάδι πιτσίλισε και λαμπάδιασε, σχηματίζοντας μια λιμνούλα φωτιάς στο πάτωμα. Ο Ραντ πετάχτηκε όρθιος μαζί με τους άλλους του τραπεζιού, αλλά, πριν προλάβει κανείς να κάνει βήμα, εμφανίστηκε η Κυρά Μάντγουεν και με τη βοήθεια της σερβιτόρας έπνιξαν τη φωτιά με τις ποδιές τους.

«Σου είπα να προσέχεις, Κατίν», είπε η πανδοχέας, κουνώντας τη μαυρισμένη ποδιά της κάτω από τη μύτη της κοπέλας. «Θα κάψεις το πανδοχείο, θα καείς κι εσύ μαζί του».

Η κοπέλα έμοιαζε έτοιμη να βάλει τα κλάματα. «Πρόσεχα, Κυρά, αλλά μ’ έπιασε μια σουβλιά στο μπράτσο».

Η Κυρά Μάντγουεν σήκωσε τα χέρια ψηλά. «Όλο δικαιολογίες βρίσκεις, αλλά σπας πιο πολλά πιάτα απ’ όλες. Άντε, δεν πειράζει. Καθάρισε, και κοίτα μην καείς». Η πανδοχέας στράφηκε στον Ραντ και τους άλλους, που ακόμα στέκονταν γύρω από το τραπέζι. «Μην το πάρετε στραβά. Δεν θα κάψει το πανδοχείο η κοπέλα. Μπορεί να υποφέρουν τα πιάτα, όταν ξεμυαλίζεται με κάναν νεαρό, αλλά πρώτη φορά της πέφτει λάμπα».

«Θα ήθελα να πάω στο δωμάτιό μου. Φαίνεται πως τελικά δεν νιώθω καλά». Η Σελήνη μίλησε συμμαζεμένα, σαν να πρόσεχε το στομάχι της, αλλά η όψη και η φωνή της έδειχναν γαλήνη και ψυχραιμία όπως πάντα. «Το ταξίδι, η φωτιά».

Η πανδοχέας άφησε έναν κακαριστό ήχο σαν χήνα με μικρά. «Και βέβαια, Αρχόντισσά μου. Έχω ένα πολύ ωραίο δωμάτιο για σένα και τον Άρχοντά σου. Να φέρω τη Μητέρα Καρέντγουεην; Ξέρει καλά από βότανα που ανακουφίζουν».

Η φωνή της Σελήνης ακούστηκε πιο σκληρή. «Όχι. Και θέλω δωμάτιο μόνη μου».

Η Κυρά Μάντγουεν έριξε μια ματιά στον Ραντ, αλλά αμέσως πήρε τη Σελήνη και την οδήγησε στη σκάλα με υποκλίσεις και φροντίδα. «Όπως επιθυμείς, Αρχόντισσά μου. Έλα, Λίντον, να σε χαρώ, φέρε τα πράγματα της Αρχόντισσας». Μια σερβιτόρα έτρεξε να πάρει τα σακίδια της Σελήνης από τον Χούριν και οι γυναίκες ανέβηκαν τις σκάλες κι εξαφανίστηκαν, με τη Σελήνη να προχωρά ψυχρή και αμίλητη.

Ο Κάλντεβουιν τις κοίταξε καθώς ανέβαιναν και μετά τίναξε πάλι το κεφάλι. Περίμενε να ξανακαθίσει ο Ραντ, πριν κάτσει κι αυτός στην καρέκλα του. «Συγχώρεσέ με, Άρχοντά μου Ραντ, που κοίταζα έτσι την Αρχόντισσά σου, αλλά η Χάρη σίγουρα σ’ ευνόησε μ’ αυτήν. Χωρίς παρεξήγηση».

«Δεν παρεξηγήθηκα», είπε ο Ραντ. Αναρωτήθηκε αν όλοι οι άνδρες ένιωθαν το ίδιο βλέποντας τη Σελήνη. «Καθώς ερχόμουν στο χωριό, Λοχαγέ, είδα μια πελώρια σφαίρα. Έμοιαζε κρυστάλλινη. Τι είναι;»

Ο Καιρχινός στένεψε τα μάτια. «Είναι κομμάτι του αγάλματος, Άρχοντά μου Ραντ», είπε αργά. Το βλέμμα του πηγαινοήρθε στον Λόιαλ· για μια στιγμή, φάνηκε να συλλογίζεται κάτι καινούργιο.

«Άγαλμα; Είδα ένα πρόσωπο κι ένα χέρι. Πρέπει να είναι πελώριο».

«Είναι, Άρχοντά μου Ραντ. Και αρχαίο». Ο Κάλντεβουιν κοντοστάθηκε. «Από την Εποχή των Θρύλων, λένε».

Ο Ραντ ένιωσε ρίγος. Η Εποχή των Θρύλων, τότε που η χρήση της Μίας Δύναμης είχε εξαπλωθεί πανιού, αν πίστευες στα παραμύθια. Τι έγινε εκεί; Ξέρω ότι κάτι έγινε.

«Από την Εποχή των Θρύλων», είπε ο Λόιαλ. «Ναι, έτσι πρέπει να είναι. Κανένας έκτοτε δεν έκανε τόσο γιγαντιαία έργα. Σπουδαίο έργο η ανασκαφή του αγάλματος, Λοχαγέ». Ο Χούριν καθόταν σιωπηλός, όχι μόνο σαν να μην άκουγε, αλλά σαν να μην υπήρχε καθόλου.