Выбрать главу

Ο Κάλντεβουιν ένευσε απρόθυμα. «Έχω πεντακόσιους εργάτες σ’ έναν καταυλισμό πέρα από εκεί που σκάβουν και, παρά τον αριθμό αυτόν, θα έχει περάσει το καλοκαίρι μέχρι να το βγάλουμε. Είναι άνθρωποι από τα Προπύλαια. Η μισή δουλειά μου είναι να τους βάζω να σκάβουν και η άλλη μισή να μην τους αφήνω να έρχονται στο χωριό. Τους Προπυλιανούς τους αρέσει να μεθοκοπούν και να ξεφαντώνουν, αντιλαμβάνεστε, και ο κόσμος εδώ είναι φιλήσυχος». Ο τόνος του έλεγε ότι συμπονούσε τους χωρικούς.

Ο Ραντ ένευσε. Δεν τον ένοιαζαν οι Προπυλιανοί, όποιοι κι αν ήταν. «Τι θα το κάνετε;» Ο Λοχαγός δίστασε, αλλά ο Ραντ απλώς στάθηκε κοιτάζοντάς τον, ώσπου ο άλλος μίλησε.

«Ο ίδιος ο Γκάλντριαν διέταξε να μεταφερθεί στην πρωτεύουσα».

Ο Λόιαλ ανοιγόκλεισε τα μάτια. «Θαυμαστό εγχείρημα. Δεν ξέρω πώς κάτι τόσο μεγάλο μπορεί να μετακινηθεί τόσο μακριά».

«Το διέταξε η Αυτού Μεγαλειότης», είπε κοφτά ο Κάλντεβουιν. «Θα στηθεί έξω από την πόλη, μνημείο στο μεγαλείο της Καιρχίν και του Οίκου Ριάτιν. Οι Ογκιρανοί δεν είναι οι μόνοι που ξέρουν να κουβαλάνε πέτρες». Ο Λόιαλ φάνηκε να τα χάνει και ο Κάλντεβουιν έδειξε καθαρά ότι προσπαθούσε να συγκρατηθεί. «Τη συγνώμη σου, φίλε Ογκιρανέ. Μίλησα αστόχαστα, με αγένεια». Και πάλι φαινόταν κάπως απότομος. «Θα μείνεις καιρό στο Τρεμόνσιεν, Άρχοντά μου Ραντ;»

«Φεύγουμε το πρωί», είπε ο Ραντ. «Πάμε στην Καιρχίν».

«Κατά τύχη, αύριο θα στείλω μερικούς άνδρες μου στην πόλη. Πρέπει να εναλλάσσονται· ξεσυνηθίζουν αν περάσουν καιρό παρακολουθώντας άνδρες να δουλεύουν με φτυάρια και αξίνες. Δεν σε πειράζει να έρθουν παρέα σου, ε;» Το είπε σαν να ρωτούσε, αλλά με τρόπο που θεωρούσε δεδομένη τη σύμφωνη γνώμη του Ραντ. «Συγχώρεσέ με, Άρχοντά μου Ραντ, αλλά πρέπει να σηκωθώ νωρίς. Το πρωί, λοιπόν. Η Χάρη να σου χαμογελά». Υποκλίθηκε στον Ραντ, ένευσε στον Λόιαλ, καν έφυγε.

Καθώς οι πόρτες έκλειναν πίσω από τον Καιρχινό, η πανδοχέας ερχόταν στο τραπέζι.

«Η Αρχόντισσά σου βολεύτηκε, Άρχοντά μου. Κι έχω ετοιμάσει καλά δωμάτια για σένα και τον άνθρωπό σου, και για σένα, φίλε Ογκιρανέ». Κοντοστάθηκε και περιεργάστηκε τον Ραντ. «Να με συμπαθάς, Άρχοντά μου, αλλά νομίζω πως μπορώ να μιλήσω ντόμπρα σ’ έναν άρχοντα που αφήνει τον υπηρέτη του να μιλάει. Αν κάνω λάθος... ε, δεν θέλω να σε προσβάλω. Είκοσι τρία χρόνια ο Μπάριν Μάντγουεν κι εγώ τσακωνόμασταν, όποτε δεν φιλιόμασταν, για να το πω έτσι. Μ’ αυτό θέλω να πω ότι έχω κάποια εμπειρία. Αυτή τη στιγμή, σκέφτεσαι ότι η Αρχόντισσά σου δεν θέλει να σε ξαναδεί στα μάτια της, αλλά, όπως το σκέφτομαι, αν χτυπήσεις την πόρτα της απόψε, θα σε αφήσει να μπεις. Χαμογέλα και πες ότι ήταν δικό σου το λάθος, είτε είναι, είτε όχι».

Ο Ραντ ξερόβηξε και ήλπισε να μην είχε κοκκινίσει. Φως μου, η Εγκουέν Θα με σκότωνε, αν ήξερε ότι αυτό μου πέρασε καν από το νου. Και η Σελήνη θα με σκότωνε, αν το έκανα. Σίγουρα, όμως; Ένιωσε τα μάγουλά του να καίνε. «Σε... ευχαριστώ για την πρόταση σου, Κυρά Μάντγουεν. Τα δωμάτια...» Δεν κοίταξε το κιβώτιο με την κουβέρτα πλάι στην καρέκλα του Λόιαλ· δεν τολμούσαν να το αφήσουν χωρίς να είναι κάποιος ξύπνιος για να το φυλάει. «Εμείς οι τρεις θα κοιμηθούμε στο ίδιο δωμάτιο».

Η πανδοχέας έδειξε να ξαφνιάζεται, αλλά αμέσως συνήλθε. «Όπως επιθυμείς, Άρχοντά μου. Από δω, αν έχεις την καλοσύνη».

Ο Ραντ την ακολούθησε στη σκάλα. Ο Λόιαλ κουβαλούσε το κιβώτιο σκεπασμένο με την κουβέρτα —τα σκαλιά διαμαρτυρήθηκαν κάτω από το βάρος του με το κιβώτιο, αλλά η πανδοχέας φάνηκε να νομίζει ότι έφταιγε μόνο ο όγκος του Ογκιρανού— και ο Χούριν πάλι κουβάλησε όλα τα σακίδια, μαζί και το δέμα με την άρπα και το φλάουτο.

Η Κυρά Μάντγουεν έβαλε να φέρουν και τρίτο κρεβάτι, που το συναρμολόγησαν και το έστρωσαν βιαστικά. Ένα από τα κρεβάτια που ήταν ήδη εκεί εκτεινόταν σχεδόν από τον ένα τοίχο ως τον άλλο και προφανώς από την αρχή προοριζόταν για τον Λόιαλ. Μόλις που υπήρχε χώρος για να περπατήσει κανείς ανάμεσα στα κρεβάτια. Μόλις έφυγε η πανδοχέας, ο Ραντ στράφηκε στους άλλους. Ο Λόιαλ είχε χώσει το κουκουλωμένο κιβώτιο κάτω από το κρεβάτι του και δοκίμαζε το στρώμα. Ο Χούριν τακτοποιούσε τα σακίδια.

«Ξέρει κανείς από σας γιατί αυτός ο Λοχαγός ήταν τόσο καχύποπτος; Είμαι σίγουρος πως μας κοιτούσε με μισό μάτι». Κούνησε το κεφάλι. «Έτσι που μιλούσε, ήταν σαν να πίστευε ότι θα κλέψουμε το άγαλμα».

«Ντάες Νταε’μαρ, Άρχοντα Ραντ», είπε ο Χούριν. «Το Μεγάλο Παιχνίδι. Το Παιχνίδι των Οίκων, όπως το λένε μερικοί. Αυτός ο Κάλντεβουιν νομίζει ότι κάνεις κάτι που θα σου φέρει όφελος, αλλιώς δεν θα βρισκόσουν εδώ. Κι αυτό που κάνεις ίσως να είσαι σε βάρος του, γι’ αυτό πρέπει να προσέχει».