Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. «‘Το Μεγάλο Παιχνίδι’; Τι παιχνίδι είναι αυτό;»
«Δεν είναι παιχνίδι, Ραντ», είπε ο Λόιαλ από το κρεβάτι του. Είχε βγάλει ένα βιβλίο από την τσέπη, το οποίο όμως ήταν κλειστό κι ακουμπισμένο στο στήθος του. «Λεν ξέρω πολλά γι’ αυτό —οι Ογκιρανοί δεν κάνουν τέτοια πράγματα— αλλά το έχω ακουστά. Οι ευγενείς και οι Οίκοι μηχανορραφούν για να κερδίσουν όφελος. Κάνουν πράγματα που νομίζουν πως θα τους βοηθήσουν, ή θα βλάψουν τον εχθρό, ή και τα δύο μαζί. Συνήθως, όλα γίνονται εν κρυπτώ, κι αν όχι, προσπαθούν να το κάνουν να φανεί σαν να έκαναν κάτι άλλο». Έξυσε μπερδεμένος το φουντωτό αυτί του. «Ακόμα και ξέροντας τι είναι, δεν το καταλαβαίνω, Ο Πρεσβύτερος Χάμαν πάντα έλεγε ότι χρειάζεται διάνοια ανώτερη της δικής του για να κατανοήσει κανείς αυτά που κάνουν οι άνθρωποι, και δεν ξέρω πολλούς που να ξεπερνούν σε ευφυΐα τον Πρεσβύτερο Χάμαν. Εσείς οι άνθρωποι είστε παράξενοι».
Ο Χούριν λοξοκοίταξε τον Ογκιρανό, αλλά είπε, «Καλά τα λέει για το Ντάες Νταε’μαρ, Άρχοντα Ραντ. Οι Καιρχινοί παίζουν αυτό το παιχνίδι πιο πολύ από τους άλλους, αν και υπάρχει και στους υπόλοιπους νότιους»,
«Οι στρατιώτες το πρωί», είπε ο Ραντ. «Είναι μέρος του Μεγάλου Παιχνιδιού, όπως το παίζει ο Κάλντεβουιν; Δεν μπορούμε να αναμιχθούμε σε τίποτα τέτοιο». Δεν υπήρχε λόγος να αναφέρει το Κέρας. Όλοι είχαν έντονη επίγνωση της παρουσίας του.
Ο Λόιαλ κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω, Ραντ. Είναι άνθρωπος, άρα μπορεί να υπάρχουν πολλές ερμηνείες».
«Χούριν;»
«Ούτε κι εγώ ξέρω». Ο Χούριν φαινόταν ανήσυχος όσο κι ο Λόιαλ. «Μπορεί να κάνει απλώς ό,τι είπε, ή... Έτσι γίνεται στο Παιχνίδι των Οίκων. Ποτέ δεν ξέρεις. Όταν ήμουν στην Καιρχίν πέρασα τον πιο πολύ καιρό στα Προπύλαια, Άρχοντα Ραντ, και δεν ξέρω πολλά για τους Καιρχινούς ευγενείς, αλλά — να, το Ντάες Νταε’μαρ μπορεί να είναι επικίνδυνο παντού, αλλά πιο πολύ στην Καιρχίν, έτσι έχω ακούσει». Ξαφνικά το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Η Αρχόντισσα Σελήνη, Άρχοντα Ραντ. Αυτή θα ξέρει καλύτερα από μένα και τον Κατασκευαστή. Το πρωί μπορείς να τη ρωτήσεις».
Αλλά το πρωί η Σελήνη είχε φύγει. Όταν ο Ραντ κατέβηκε στην κοινή αίθουσα, η Κυρά Μάντγουεν του έδωσε μια σφραγισμένη περγαμηνή. «Να με συμπαθάς, Άρχοντά μου, αλλά κακώς δεν με άκουσες. Έπρεπε να χτυπήσεις την πόρτα της Αρχόντισσάς σου».
Ο Ραντ περίμενε να φύγει η πανδοχέας και μετά έσπασε το άσπρο βουλοκέρι. Το κερί είχε σφραγίδα που έδειχνε μια ημισέληνο και άστρα.
Πρέπει να σε αφήσω για ένα διάστημα. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι εδώ, και δεν μου αρέσει ο Κάλντεβουιν. Θα σε περιμένω στην Καιρχίν. Μην πιστέψεις ποτέ ότι είμαι μακριά σου. Θα είσαι πάντα στις σκέψεις μου, και ξέρω πως θα είμαι πάντα στις δικές σου.
Δεν είχε υπογραφή, αλλά εκείνη η κομψή, ρέουσα γραφή πρέπει να ήταν της Σελήνης.
Το δίπλωσε προσεκτικά και το έβαλε στην τσέπη πριν βγει έξω, εκεί που περίμενε ο Χούριν με τα άλογα.
Ήταν εκεί και ο Λοχαγός Κάλντεβουιν επίσης, μαζί έναν άλλο, νεότερο αξιωματικό και πενήντα έφιππους, οι οποίοι είχαν γεμίσει το δρόμο. Οι δύο αξιωματικοί είχαν το κεφάλι γυμνό, αλλά φορούσαν χειρόκτια με ατσάλινα προστατευτικά ελάσματα και θώρακες με χρυσά στολίσματα πάνω από τα γαλάζια χιτώνιά τους. Κάθε αξιωματικός είχε ένα κοντό ιστό στερεωμένο στους ιμάντες της πλάτης του, που ύψωνε ένα μικρό, άκαμπτο, γαλάζιο λάβαρο πάνω από το κεφάλι του. Το λάβαρο του Κάλντεβουιν είχε ένα λευκό άστρο, ενώ το λάβαρο του νεότερου έδειχνε δυο σταυρωτές λευκές γραμμές. Έκαναν μεγάλη αντίθεση μπροστά στους άνδρες με την απλή αρματωσιά και τα κράνη που έμοιαζαν με καμπάνες, απ’ όπου είχε κοπεί ένα κομμάτι για να φαίνεται το πρόσωπο.
Ο Κάλντεβουιν υποκλίθηκε, καθώς ο Ραντ έβγαινε από το πανδοχείο. «Καλή σου μέρα, Άρχοντά μου Ραντ. Αυτός είναι ο Έλρικαιν Ταβόλιν που θα είναι επικεφαλής της συνοδείας σου, αν μπορώ να την πω έτσι». Ο άλλος αξιωματικός υποκλίθηκε· το κεφάλι του ήταν ξυρισμένο όπως του Κάλντεβουιν. Δεν μίλησε.
«Η συνοδεία θα είναι ευπρόσδεκτη, Λοχαγέ», είπε ο Ραντ, και ορθώνοντας να φανεί ατάραχος. Ο Φάιν δεν θα επιτιθόταν σε πενήντα στρατιώτες, αλλά ο Ραντ θα ήθελε πολύ να ήταν σίγουρος αν ήταν απλώς για συνοδεία.
Ο Λοχαγός κοίταξε τον Λόιαλ, που πήγαινε στο άλογά του με το κουκουλωμένο κιβώτιο. «Βαρύ φορτίο, Ογκιρανέ».
Ο Λόιαλ παραλίγο θα σκόνταφτε. «Δεν αντέχω χωρίς τα βιβλία μου, Λοχαγέ». Το πλατύ του στόμα φανέρωσε τα δόντια του, που άστραψαν μ’ ένα αμήχανο χαμόγελο· έδεσε βιαστικά το κιβώτιο στη σέλα.
Ο Κάλντεβουιν κοίταξε ολόγυρα, σμίγοντας τα φρύδια. «Η Αρχόντισσά σου δεν κατέβηκε ακόμα. Και το θαυμάσιο άτι της λείπει».