Выбрать главу

«Έφυγε κιόλας», του είπε ο Ραντ. «Έπρεπε να πάει γρήγορα στην Καιρχίν, τη νύχτα».

Ο Κάλντεβουιν σήκωσε τα φρύδια. «Τη νύχτα; Μα οι άνδρες μου... Με συγχωρείς, Άρχοντά μου Ραντ». Πήρε τον νεαρό αξιωματικό πιο πέρα και άρχισαν να μιλούν έντονα ψιθυρίζοντας.

«Είχε βάλει να παρακολουθούν το πανδοχείο, Άρχοντα Ραντ», μουρμούρισε ο Χούριν. «Η Αρχόντισσα Σελήνη πρέπει με κάποιον τρόπο να πέρασε χωρίς να τη δουν».

Ο Ραντ ανέβηκε στη σέλα του Κοκκινοτρίχη με μια γκριμάτσα. Αν έμενε η παραμικρή πιθανότητα να μην τους υποψιαζόταν ο Κάλντεβουιν, τώρα φαινόταν πως η Σελήνη την είχε αποτελειώσει. «Πολλοί άνθρωποι, λέει», μουρμούρισε. «Στην Καιρχίν να δεις τι πολυκοσμία θα έχει».

«Είπες κάτι, Άρχοντά μου;»

Ο Ραντ κοίταξε τον Ταβόλιν, που τον πλησίαζε πάνω σ’ ένα μεγαλόσωμο, ανοιχτόγκριζο μουνούχι. Κι ο Χούριν, επίσης, είχε καβαλήσει το άλογό του, ενώ ο Λόιαλ στεκόταν πλάι στο κεφάλι του δικού του. Οι στρατιώτες σχημάτισαν φάλαγγα. Ο Κάλντεβουιν δεν φαινόταν πουθενά.

«Τίποτα δεν γίνεται όπως το περιμένω», είπε ο Ραντ.

Ο Ταβόλιν του έστειλε ένα σύντομο χαμόγελο, τίποτα παραπάνω από ένα στράβωμα των χειλιών. «Ξεκινάμε, Άρχοντά μου;»

Η παράξενη πομπή ξεκίνησε για τον ταξιδεμένο χωματόδρομο, ο οποίος οδηγούσε στην πόλη της Καιρχίν.

22

Παρατηρητές

«Τίποτα δεν γίνεται με τον τρόπο που περιμένω», μουρμούρισε η Μουαραίν, χωρίς να περιμένει απάντηση από τον Λαν.

Το μακρύ, στιλβωμένο τραπέζι μπροστά της ήταν γεμάτο βιβλία και χαρτιά, κύλινδρους και πάπυρους· πολλά ήταν σκονισμένα από τη μακρά αποθήκευση και ταλαιπωρημένα από τα χρόνια, άλλα ήταν μονάχα κομμάτια. Το δωμάτιο έμοιαζε να είναι φτιαγμένο σχεδόν μόνο από βιβλία και χειρόγραφα, τα οποία γέμιζαν όλα τα ράφια εκτός από τα σημεία που ήταν οι πόρτες ή τα παράθυρα ή το τζάκι. Οι καρέκλες είχαν ψηλές ράχες και μαλακή επένδυση, αλλά οι μισές απ’ αυτές, και τα περισσότερα από τα κοντά τραπεζάκια, είχαν βιβλία, και μερικές άλλες είχαν βιβλία και κύλινδρους χωμένα ακόμα και από κάτω. Όμως μόνο ο σωρός μπροστά στη Μουαραίν ήταν δικός της.

Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο, κοίταξε μέσα στη νύχτα τα φώτα του χωριού, που δεν ήταν μακριά. Εδώ δεν υπήρχε κίνδυνος να την καταδιώξουν. Κανένας δεν θα περίμενε να έρθει εδώ. Να καθαρίσει ο νους μου, και να αρχίσω από την αρχή, σκέφτηκε. Αυτό είναι όλο.

Κανένας χωρικός δεν υποψιαζόταν πως οι δύο ηλικιωμένες αδελφές που ζούσαν σ’ αυτό το βολικό σπιτάκι ήταν Άες Σεντάι. Δεν υποψιαζόσουν τέτοια πράγματα σε ένα απόμερο χωριουδάκι που λεγόταν το Πηγάδι του Τίφαν, μια αγροτική κοινότητα βαθιά στις καταπράσινες πεδιάδες του Αράφελ. Οι χωρικοί έρχονταν στις αδελφές να τους συμβουλέψουν για τα προβλήματά τους και να γιατρέψουν τις αρρώστιές τους, και τις τιμούσαν σαν γυναίκες ευλογημένες από το Φως, μα όχι κάτι παραπάνω. Η Αντελέας και η Βαντέν είχαν αποσυρθεί μαζί εθελοντικά, πριν τόσο καιρό, που ελάχιστες στο Λευκό Πύργο θυμούνταν ότι ζούσαν ακόμα.

Μαζί με έναν εξίσου ηλικιωμένο Πρόμαχο ο οποίος έμενε μαζί τους, ζούσαν ήσυχα και σχεδίαζαν ακόμα να γράψουν την ιστορία του κόσμου μετά το Τσάκισμα, κι όσα μπορούσαν να χωρέσουν από εκείνα που είχαν προηγηθεί. Κάποια μέρα. Εν τω μεταξύ, υπήρχαν τόσες πληροφορίες που έπρεπε να συλλέξουν, τόσους γρίφους να λύσουν. Το σπίτι τους ήταν το τέλειο μέρος για να βρει η Μουαραίν την πληροφορία που χρειαζόταν. Μόνο που δεν ήταν εκεί.

Το μάτι της έπιασε μια κίνηση και γύρισε το κεφάλι. Ο Λαν έγερνε στο τζάκι από κίτρινα τούβλα, ατάραχος σαν βράχος. «Θυμάσαι την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε, Λαν;»

Η Μουαραίν έψαχνε κάποιο σημάδι, αλλιώς δεν θα είχε δει το γοργό σπαρτάρισμα του φρυδιού. Ήταν σπάνιες οι φορές που τον ξάφνιαζε. Το ζήτημα αυτό κανείς τους δεν το είχε Θίξει ποτέ· περίπου είκοσι χρόνια πριν, του είχε πει —και, απ’ ό,τι θυμόταν, είχε μιλήσει με την αγέρωχη περηφάνια κάποιας που ακόμα ήταν και φαινόταν νέα— ότι ποτέ δεν θα του ξαναμιλούσε γι’ αυτό και περίμενε την ίδια σιωπή εκ μέρους του.

«Θυμάμαι», είπε μόνο αυτός.

«Κι ακόμα ούτε μια συγνώμη, ε; Με πέταξες στη λιμνούλα». Δεν χαμογέλασε, αν και τώρα το έβρισκε διασκεδαστικό. «Μούσκεψα από πάνω ως κάτω, και ήταν νέα άνοιξη, όπως το λέτε εσείς οι Μεθορίτες. Κόντεψα να γίνω πάγος».

«Θυμάμαι, επίσης, ότι άναψα φωτιά και κρέμασα κουβέρτες, για να ζεσταθείς μακριά από βλέμματα». Σκάλισε τα κούτσουρα που καίγονταν και ξανακρέμασε τη μασιά. Στις Μεθόριους, ακόμα και τις καλοκαιρινές νύχτες έκανε ψύχρα. «Επίσης θυμάμαι ότι εκείνη τη νύχτα, ενώ εγώ κοιμόμουν, εσύ έχυσες τη μισή λιμνούλα πάνω μου. Θα γλιτώναμε πολύ ρίγος, κι εγώ κι εσύ, αν μου είχες πει απλά ότι είσαι Άες Σεντάι, αντί το δείξεις. Αντί να προσπαθήσεις να με χωρίσεις από το σπαθί μου. Δεν είναι καλός τρόπος για να συστηθείς σε Μεθορίτη, ακόμα και για κοπέλα».