«Μα ήμουν κοπέλα, και μόνη, και τότε ήσουν ψηλός και γεροδεμένος όσο και τώρα, και είχες ακόμα πιο άγρια όψη. Δεν ήθελα να μάθεις ότι ήμουν Άες Σεντάι. Μου είχε φανεί πως, αν δεν το ήξερες, ίσως απαντούσες πιο ελεύθερα στις ερωτήσεις μου». Έμεινε σιωπηλή για μια στιγμή, καθώς σκεφτόταν τα χρόνια από κείνη τη συνάντηση. Ήταν ωραίο που είχε βρει ένα σύντροφο να έρθει μαζί στην αναζήτησή της. «Τις επόμενες βδομάδες, μήπως υποψιάστηκες ότι θα σου ζητούσα να δεσμευτείς μαζί μου; Εγώ αποφάσισα ότι εσύ ήσουν ο κατάλληλος από την πρώτη μέρα».
«Δεν το μάντεψα καθόλου», είπε εκείνος ξερά. «Στο νου μου είχα τη σκέψη αν θα κατάφερνα να σε συνοδεύσω ως το Τσάτσιν χωρίς να πάθω τίποτα. Κάθε βράδυ μου είχες και διαφορετική έκπληξη. Θυμάμαι ιδιαιτέρως τα μυρμήγκια. Νομίζω πως ούτε μια νύχτα Μιν ξεκουράστηκα σ’ όλο εκείνο το ταξίδι».
Η Μουαραίν επέτρεψε στον εαυτό της ένα ελαφρύ χαμόγελο, καθώς το θυμόταν. «Ήμουν κοπέλα», επανέλαβε. «Μήπως σε γδέρνει ο δεσμός σου, μετά από τόσα χρόνια; Δεν είσαι άνδρας που θα έβαζες εύκολα το λουρί, ακόμα κι ένα ελαφρύ σαν το δικό μου». Ήταν τσουχτερή κουβέντα· την είχε πει σκόπιμα.
«Όχι». Μίλησε με ψυχρή φωνή, αλλά ξανάπιασε τη μασιά και σκάλισε άγρια τα ξύλα χωρίς να υπάρχει λόγος. Σπίθες τινάχτηκαν και πέταξαν στην καμινάδα. «Διάλεξα ελεύθερα, ξέροντας τι συνεπαγόταν αυτό». Το σιδερένιο εργαλείο κουδούνισε στο κρεμαστάρι του και ο Δαν υποκλίθηκε βαθιά. «Τιμή μου να υπηρετώ, Μουαραίν Άες Σεντάι. Ήταν και πάντα θα είναι τιμή μου».
Η Μουαραίν ξεφύσηξε. «Η ταπεινοφροσύνη σου, Λαν Γκαϊντίν, έχει περισσότερη αλαζονεία απ’ όσο θα κατάφερναν βασιλιάδες με στρατό πίσω τους. Από την πρώτη μέρα που σε γνώρισα, πάντα ήταν έτσι».
«Γιατί τόσες κουβέντες για τα περασμένα, Μουαραίν;»
Για εκατοστή φορά —ή τουλάχιστον έτσι αισθανόταν— συλλογίστηκε τι λέξεις θα χρησιμοποιούσε. «Πριν φύγουμε από την Ταρ Βάλον, φρόντισα, σε περίπτωση που μου συμβεί κάτι, ο δεσμός σου να περάσει σε άλλη». Εκείνος την κοίταξε σιωπηλός. «Όταν νιώσεις το θάνατό μου, θα νιώσεις αναγκασμένος να την αναζητήσεις αμέσως. Δεν θέλω να ξαφνιαστείς».
«Αναγκασμένος», είπε χαμηλόφωνα, με θυμό. «Ούτε μια φορά δεν χρησιμοποίησες το δεσμό μου για να με αναγκάσεις. Νόμιζα ότι το αποδοκίμαζες».
«Αν δεν το είχα κάνει αυτό, θα ελευθερωνόσουν από το δεσμό σου με το θάνατό μου και δεν θα σε κρατούσε ακόμα και η πιο επίμονη διαταγή μου. Δεν δα σου επιτρέψω να πεθάνεις σε μια άχρηστη προσπάθεια να με εκδικηθείς. Και δεν θα σου επιτρέψω να ξαναγυρίσεις στον, εξίσου άχρηστο, προσωπικό σου πόλεμο με τη Μάστιγα. Ο πόλεμος που πολεμάμε είναι ο ίδιος πόλεμος, αν άνοιγες τα μάτια λιγάκι, και θα φροντίσω να πολεμήσεις έτσι ώστε να υπάρχει αποτέλεσμα. Δεν χρειάζεται ούτε εκδίκηση ούτε να πεθάνεις στη Μάστιγα δίχως τάφο».
«Και προβλέπεις να έρχεται γρήγορα ο θάνατός σου;» Η φωνή του ήταν ήρεμη, το πρόσωπό του ανέκφραστο, και τα δύο όμοια με πέτρα σε χειμωνιάτικη χιονοθύελλα. Η Μουαραίν τον είχε δει πολλές φορές μ’ αυτό το ύφος, συνήθως στα πρόθυρα της βίας. «Σχεδίασες κάτι, χωρίς εμένα, που θα είναι μοιραίο για σένα;»
«Ξαφνικά νιώθω χαρά που δεν υπάρχει λιμνούλα σ’ αυτό το δωμάτιο», μουρμούρισε αυτή, και μετά σήκωσε τα χέρια της, όταν εκείνος φάνηκε να προσβάλλεται από τον ανάλαφρο τόνο της. «Βλέπω το θάνατό μου κάθε μέρα, όπως κι εσύ. Πώς αλλιώς, με το έργο που αναλάβαμε πριν τόσα χρόνια; Τώρα, που όλα φτάνουν σε αποφασιστικό σημείο, πρέπει να πω πως είναι ακόμα πιθανότερος».
Για μια στιγμή το βλέμμα του στάθηκε στα μεγάλα, τετράγωνα χέρια του. «Δεν είχα σκεφτεί ποτέ», της είπε αργά, «πως ίσως να μην πεθάνω πρώτος. Κατά κάποιον τρόπο, ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, έμοιαζε...» Ξαφνικά έτριψε τα χέρια του. «Αν υπάρχει η πιθανότητα να με δώσεις σαν σκυλάκι του καναπέ, θα ήθελα, τουλάχιστον, να ξέρω σε ποια με δίνεις».
«Ποτέ δεν σε είδα σαν κατοικίδιο», είπε κοφτά η Μουαραίν, «ούτε και η Μυρέλ».
«Η Μυρέλ». Ο Λαν έκανε μια γκριμάτσα. «Ναι, θα ’πρεπε να είναι Πράσινη, ή αλλιώς κάποιο κοριτσόπουλο που μόλις έγινε αδελφή».
«Αν η Μυρέλ μπορεί να κουμαντάρει τους τρεις Γκαϊντίν της, ίσως κατορθώσει να κουμαντάρει κι εσένα. Παρ’ όλο που θα ήθελε να σε κρατήσει, το ξέρω αυτό, έχει υποσχεθεί να περάσει το δεσμό σου σε άλλη, όταν βρει κάποια που να σου ταιριάζει καλύτερα».
«Έτσι λοιπόν. Όχι κατοικίδιο, αλλά πακέτο. Η Μυρέλ θα είναι ο — ο αποθηκάριος! Μουαραίν, ούτε ακόμα και οι Πράσινες δεν φέρονται έτσι στους Πρόμαχους τους. Εδώ και τετρακόσια χρόνια, καμία Άες Σεντάι δεν πέρασε το δεσμό του Προμάχου της σε άλλη, όμως εσύ σκοπεύεις να μου το κάνεις όχι μια, αλλά δύο φορές!»