Выбрать главу

«Έχει γίνει, και δεν θα το αλλάξω».

«Που να με τυφλώσει το Φως, αν είναι να περνάω από χέρι σε χέρι, έχεις τουλάχιστον καμιά ιδέα σε ποιανής το χέρι θα καταλήξω;»

«Αυτό που κάνω είναι για το καλό σου, και, ίσως επίσης, για το καλό κάποιας άλλης. Ίσως η Μυρέλ να βρει κάποιο κοριτσόπουλο που μόλις θα έχει γίνει αδελφή —έτσι δεν είπες;— που θα χρειάζεται Πρόμαχο, σκληραγωγημένο στις μάχες και σοφό στους τρόπους του κόσμου, ένα κοριτσόπουλο, που ίσως χρειαστεί κάποιον να τη ρίξει στη λιμνούλα. Έχεις πολλά να προσφέρεις, Λαν και, αν τα σπαταλούσες σε έναν ανώνυμο τάφο, ή αν τάιζαν τα κοράκια, τη στιγμή που θα μπορούσαν να πάνε σε μια γυναίκα που τα χρειάζεται, αυτό θα ήταν χειρότερο από το αμάρτημα για το οποίο λένε οι Λευκομανδίτες. Ναι, νομίζω ότι θα σε χρειαστεί».

Τα μάτια του Λαν πλάτυναν λιγάκι· άλλος στη θέση του θα άφηνε κραυγή έκπληξης με την ιδέα που του είχε περάσει από το μυαλό. Η Μουαραίν ελάχιστες φορές τον είχε δει να ταράζεται τόσο. Ο Λαν άνοιξε και ξανάκλεισε το στόμα δυο φορές πριν μιλήσει. «Και ποια έχεις κατά νου γι’ αυτό το—»

Εκείνη τον διέκοψε. «Είσαι σίγουρος ότι το λουρί δεν σε γδέρνει, Λαν Γκαϊντίν; Μόνο τώρα κατάλαβες, για πρώτη φορά, τη δύναμη αυτού του δεσμού, το βάθος του; Μπορεί να καταλήξεις σε κάποια Λευκή, όλο λογική και καθόλου καρδιά, ή με μια μικρή Καφέ, που σε βλέπει μονάχα σαν τα δυο χέρια που θα της κουβαλούν τα βιβλία και τα σκίτσα. Μπορώ να σε δώσω όπου θέλω, σαν πακέτο —ή σαν κατσικίδιο— κι εσύ δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς παρά να πας. Είσαι σίγουρος ότι δεν σε γδέρνει;»

«Εδώ σκόπευαν όλα αυτά;» είπε με τραχιά φωνή εκείνος. Τα μάτια του έκαιγαν, σαν γαλάζιες φωτιές, και το στόμα του είχε στραβώσει. Θυμός· για πρώτη φορά η Μουαραίν έβλεπε ολοφάνερο το θυμό στο πρόσωπό του. «Όλα αυτά τα λόγια ήταν μια δοκιμασία —μια δοκιμασία!— για να δεις αν ο δεσμός μου με γδέρνει; Τόσον καιρό μετά; Από τη μέρα που σου έδωσα όρκο, πήγαινα εκεί που μου έλεγες να πάω, ακόμα κι όταν το έβρισκα ανόητο, ακόμα κι όταν είχα λόγους να στρίψω το άλογο αλλού. Ποτέ δεν χρειάστηκες το δεσμό μου για να με αναγκάσεις. Με το λόγο σου και μόνο, σε είδα να μπαίνεις στον κίνδυνο και κράτησα τα χέρια μου ασάλευτα, τη στιγμή που δεν ήθελα παρά να τραβήξω το σπαθί και να σου ανοίξω δρόμο για να σωθείς. Μετά απ’ όλα αυτά, με δοκιμάζεις;»

«Δεν είναι δοκιμασία, Λαν. Μίλησα απλά, χωρίς ύπουλα λόγια, κι έκανα ό,τι είπα. Αλλά στο Φαλ Ντάρα άρχισα να αναρωτιέμαι αν ήσουν ακόμα ολόψυχα στο πλευρό μου». Τα μάτια του έδειξαν επιφυλακτικότητα. Λαν, συγχώρεσέ με. Δεν ήθελα να σπάσω τα τείχη που ύψωσες γερά, αλλά πρέπει να ξέρω. «Γιατί έκανες αυτά που έκανες με τον Ραντ;» Ο Λαν ανοιγόκλεισε τα μάτια· προφανώς δεν το περίμενε. Η Μουαραίν ήξερε τι νόμιζε ο Λαν πως θα της έλεγε, και τώρα που ήταν μπερδεμένος συνέχισε την επίθεση της. «Τον έφερες στην Άμερλιν με ομιλία και φερσίματα Μεθορίτη άρχοντα, σαν γέννημα-θρέμμα στρατιώτης. Ταίριαζαν, κατά κάποιον τρόπο, με το δικό μου σχέδιο γι’ αυτόν, αλλά οι δυο μας δεν συνεννοηθήκαμε για να του τα διδάξεις. Γιατί, Λαν;»

«Έμοιαζε... σωστό. Ο μικρός λυκοθήρας πρέπει κάποια μέρα να συναντήσει για πρώτη φορά λύκο, αλλά, αν ο λύκος τον δει σαν κουτάβι, αν φερθεί σαν κουτάβι, ο λύκος σίγουρα θα τον σκοτώσει. Για να επιβιώσει ο λυκοθήρας, πρέπει να φαίνεται λυκοθήρας στο βλέμμα του λύκου, περισσότερο απ’ ότι στο δικό του».

«Έτσι βλέπεις τις Άες Σεντάι; Την Άμερλιν; Εμένα; Σαν λύκους, που περικυκλώνουν το νεαρό λυκοθήρα σου;» Ο Λαν κούνησε το κεφάλι. «Λαν, ξέρεις τι είναι ο Ραντ. Ξέρεις τι πρέπει να κάνει. Πρέπει. Αυτό για το οποίο μοχθώ από τη μέρα που πρωτοσυναντηθήκαμε, και πιο πριν. Αμφιβάλλεις τώρα για τις πράξεις μου;»

«Όχι. Όχι, αλλά...» Συνερχόταν, ξανασήκωνε τα τείχη του. Αλλά δεν είχαν ψηλώσει ακόμα. «Πόσες φορές έχεις πει ότι οι τα’βίρεν παρασύρουν όσους είναι κοντά τους, όπως η ρουφήχτρα τα κλαράκια; Ίσως να παρασύρθηκα κι εγώ. Ξέρω μόνο ότι μου φαινόταν σωστό. Αυτά τα χωριατόπαιδα χρειάζονταν κάποιον στο πλευρό τους. Τουλάχιστον ο Ραντ χρειαζόταν κάποιον. Μουαραίν, πιστεύω ό,τι κι εσύ, ακόμα και τώρα, που δεν ξέρω ούτε τα μισά· πιστεύω, όπως πιστεύω σε εσένα. Δεν ζήτησα να με απελευθερώσεις από το δεσμό μου, ούτε και πρόκειται. Όποιο σχέδιο κι αν έχεις κάνει για το πώς θα πεθάνεις και πώς θα με κανονίσεις —πώς θα με φροντίσεις— θα χαρώ πολύ να υπερασπιστώ τη ζωή σου και να μείνουν τουλάχιστον αυτά τα σχέδιά σου στο χαρτί».

«Τα’βίρεν», είπε η Μουαραίν αναστενάζοντας. «Ίσως αυτό να ήταν. Αντί να οδηγήσω ένα ξυλάκι στο ποτάμι, προσπαθώ να οδηγήσω έναν κορμό σε αφρισμένα νερά. Κάθε φορά που τον σπρώχνω, με σπρώχνει κι αυτός και όσο προχωράμε τόσο μεγαλώνει. Αλλά πρέπει να φτάσω ως το τέλος». Άφησε ένα γελάκι. «Δεν θα δυσαρεστηθώ, παλιέ μου φίλε, αν καταφέρεις να μου χαλάσεις αυτά τα σχέδια. Τώρα άφησέ με, σε παρακαλώ. Πρέπει να μείνω μόνη για να σκεφτώ». Ο Λαν δίστασε μόνο μια στιγμή, πριν γυρίσει προς την πόρτα. Όμως η Μουαραίν δεν μπόρεσε να μην του κάνει άλλη μια ερώτηση, την τελευταία στιγμή. «Ονειρεύεσαι ποτέ κάτι διαφορετικό, Λαν;»