Выбрать главу

«Όλοι οι άνδρες ονειρεύονται. Αλλά ξέρω ότι τα όνειρα είναι όνειρα. Αυτό» —άγγιξε τη λαβή του σπαθιού του— «είναι πραγματικότητα». Τα τείχη είχαν επιστρέψει, ψηλά και γερά όπως πάντα.

Όταν έφυγε, η Μουαραίν έμεινε αρκετή ώρα γερμένη στην πολυθρόνα, κοιτάζοντας τη φωτιά. Σκέφτηκε τη Νυνάβε και τείχη με ρωγμές. Χωρίς να το προσπαθήσει, χωρίς να σκεφτεί τι έκανε, αυτή η νεαρή γυναίκα είχε ραγίσει τα τείχη του Λαν και είχε σπείρει αναρριχητικά στις χαραμάδες. Ο Λαν νόμιζε πως ήταν. ασφαλής, αιχμαλωτισμένος στο φρούριο του χάρη στη μοίρα και τις δικές του ευχές, αλλά αργά, υπομονετικά, τα αναρριχητικά γκρέμιζαν τα τείχη για να δείξουν γυμνό τον άνδρα που ήταν εκεί μέσα. Ο Λαν ήδη συμμεριζόταν κάποια πράγματα, στα οποία πίστευε και η Νυνάβε· στην αρχή ήταν αδιάφορος για τους Διποταμίτες και τον ένοιαζαν μόνο επειδή ενδιέφεραν τη Μουαραίν. Η Νυνάβε το είχε αλλάξει αυτό, όπως είχε αλλάξει και τον Λαν.

Προς έκπληξή της, η Μουαραίν ένιωσε για μια στιγμή ζήλια. Λεν είχε ξανανιώσει κάτι τέτοιο, και σίγουρα όχι για τις γυναίκες που είχαν αφήσει την καρδιά τους στα πόδια του Λαν, ή εκείνες που είχαν μοιραστεί το κρεβάτι του. Και μάλιστα δεν τον είχε δει ποτέ ως αντικείμενο ζήλιας, δεν είχε σκεφτεί κάτι τέτοιο για κανέναν άνδρα. Η Μουαραίν ήταν παντρεμένη με τη μάχη της, όπως ο Λαν ήταν παντρεμένος με τη δική του. Αλλά οι δυο τους ήταν σύντροφοι στις μάχες πόσον καιρό. Κάποτε ο Λαν είχε σκοτώσει στον καλπασμό ένα άλογο, και θα σκοτωνόταν και ο ίδιος τρέχοντας, κουβαλώντας την τελικά στα χέρια του, για να την πάει στην Ανάγια που θα τη Θεράπευε. Η Μουαραίν είχε φροντίσει αρκετές φορές τις πληγές του και είχε διατηρήσει με την τέχνη της τη ζωή του, που εκείνος ήταν έτοιμος να τη δώσει για να φυλάξει τη δική της ζωή. Ο Λαν πάντα έλεγε πως ήταν παντρεμένος με το θάνατο. Τώρα μια καινούργια νύφη είχε τραβήξει το βλέμμα του, αν και μπροστά της ήταν τυφλός. Νόμιζε πως ακόμα στεκόταν δυνατός πίσω από τα τείχη του, αλλά η Νυνάβε είχε πλέξει γαμήλια άνθη στα μαλλιά του. Θα μπορούσε να αψηφά πια το θάνατο τόσο χαρωπά; Η Μουαραίν αναρωτήθηκε πότε θα της ζητούσε να τον απελευθερώσει από το δεσμό του. Και τι θα έκανε αυτή, όταν της το ζητούσε.

Μόρφασε και σηκώθηκε. Υπήρχαν σημαντικότερα θέματα. Πολύ σημαντικότερα. Το βλέμμα της τριγύρισε στα ανοιχτά βιβλία και τα χαρτιά που σκέπαζαν το δωμάτιο. Τόσα ίχνη, μα καμία απάντηση.

Η Βαντέν μπήκε, κρατώντας ένα δίσκο με τσαγιέρα και φλιτζάνια. Ήταν λεπτή και όλο χάρη, με ίσια κορμοστασιά, ενώ τα μαλλιά που ήταν μαζεμένα με φροντίδα χαμηλά στο σβέρκο της ήταν σχεδόν κατάλευκα. Το αγέραστο της λείας επιδερμίδας της έδειχνε πολλά, πολλά χρόνια. «Θα έβαζα τον Τζάεμ να τα φέρει για να μην σε ενοχλήσω εγώ, αλλά είναι στον αχυρώνα και εξασκείται με το σπαθί». Γέλασε πνιχτά, καθώς παραμέριζε ένα φθαρμένο χειρόγραφο για να ακουμπήσει το δίσκο στο τραπέζι. «Τώρα που είναι ο Λαν εδώ, θυμήθηκε ότι δεν είναι μονάχα κηπουρός και άνθρωπος για όλες τις δουλειές. Οι Γκαϊντίν είναι τόσο ξεροκέφαλοι. Νόμιζα ότι ο Λαν ήταν ακόμα εδώ· γι’ αυτό έφερα ένα φλιτζάνι παραπάνω. Βρήκες αυτό που έψαχνες;»

«Δεν είμαι καν σίγουρη τι ψάχνω». Η Μουαραίν έσμιξε τα φρύδια, κοιτάζοντας εξεταστικά την άλλη γυναίκα. Η Βαντέν ανήκε στο Πράσινο Άτζα, όχι στο Καφέ όπως η αδελφή της, αλλά οι δυο τους μελετούσαν τόσον καιρό μαζί, που γνώριζε τόσα για την ιστορία όσα και η Αντελέας.

«Ό,τι κι αν είναι, φαίνεται πως δεν ξέρεις καν πού να ψάξεις». Η Βαντέν έπιασε μερικά βιβλία που ήταν στο τραπέζι, κουνώντας το κεφάλι. «Τόσα θέματα. Οι Πόλεμοι των Τρόλοκ. Οι Παρατηρητές Πάνω από τα Κύματα. Ο θρύλος του Γυρισμού. Δύο πραγματείες για το Κέρας του Βαλίρ. Τρεις για τις σκοτεινές προφητείες, και — Φως μου, αυτό είναι το βιβλίο του Σάνθρα για τους Αποδιωγμένους. Απαίσιο πράγμα. Απαίσιο σαν κι αυτό για τη Σαντάρ Λογκόθ. Και οι Προφητείες του Δράκοντα, σε τρεις μεταφράσεις και το πρωτότυπο. Μουαραίν, τι ψάχνεις; Για τις Προφητείες, το καταλαβαίνω — μαθαίνουμε κάποια νέα εδώ, αν και είμαστε τόσο απομονωμένοι. Μαθαίνουμε κάποια πράγματα που συμβαίνουν στο Ίλιαν. Υπάρχει μάλιστα μια φήμη στο χωριό, ότι κάποιος βρήκε κιόλας το Κέρας». Έκανε μια χειρονομία, κρατώντας ένα χειρόγραφο για το Κέρας, και έβηξε όταν σηκώθηκε σκόνη. «Αυτό, φυσικά, το αποκλείω. Θα υπήρχαν φήμες. Αλλά τι–; Όχι. Είπες ότι ήθελες να απομονωθείς και θα σε αφήσω».