«Αυτή τη φορά», είπε η άλλη γυναίκα αναστενάζοντας, «δεν ξέρω ούτε λέξη παραπάνω απ’ όσα ήξερα ως μαθητευόμενη. Η Κόρη της Νυκτός παραμένει μυστήριο, σαν πραγματικά να την κατάπιε το σκοτάδι». Κοντοστάθηκε, κοιτάζοντας το φλιτζάνι της, και όταν σήκωσε τα μάτια, το βλέμμα της κάρφωσε τη Μουαραίν. «Η Λανφίαρ συνδεόταν με τον Δράκοντα, με τον Λουζ Θέριν Τέλαμον. Μουαραίν, έχεις κάποιο στοιχείο για το πού θα Ξαναγεννηθεί ο Δράκοντας; Ή πού Ξαναγεννήθηκε; Ήρθε κιόλας;»
«Αν είχα», απάντησε ατάραχη η Μουαραίν, «θα ήμουν εδώ, αντί για τον Λευκό Πύργο; Η Άμερλιν ξέρει όσα κι εγώ, το ορκίζομαι. Λάβατε πρόσκλησή της;»
«Όχι, και φαντάζομαι πως θα λαβαίναμε. Όταν έρθει ο καιρός να αντιμετωπίσουμε τον Ξαναγεννημένο Δράκοντα, η Άμερλιν θα χρειαστεί όλες τις αδελφές και κάθε μαθητευόμενη που ξέρει να ανάβει κερί δίχως καθοδήγηση». Η Βαντέν χαμήλωσε τη φωνή, συλλογισμένη. «Με τη δύναμη που δα χειρίζεται, θα πρέπει να τον κατατροπώσουμε πριν τη στρέψει εναντίον μας, πριν τρελαθεί και καταστρέψει τον κόσμο. Αλλά πρώτα πρέπει να τον αφήσουμε να αντιμετωπίσει τον Σκοτεινό». Γέλασε κακόηχα βλέποντας την όψη της Μουαραίν. «Δεν είμαι Κόκκινη. Μελέτησα τις Προφητείες και ξέρω ότι δεν τολμούμε να τον ειρηνέψουμε από πριν. Αν μπορούμε να τον ειρηνέψουμε. Ξέρω πολύ καλά, όπως κι εσύ, όπως και κάθε αδελφή που ενδιαφέρθηκε να μάθει, ότι οι σφραγίδες που κρατούν τον Σκοτεινό στο Σάγιολ Γκουλ εξασθενούν. Οι Ιλιανοί συγκάλεσαν το Μεγάλο Κυνήγι του Κέρατος. Πληθαίνουν οι ψεύτικοι Δράκοντες. Και δύο απ’ αυτούς, ο Λογκαίν και τώρα αυτός ο άλλος στη Σαλδαία, μπορούν να διαβιβάζουν. Πότε άλλοτε βρήκαν οι Κόκκινες σε λιγότερο από ένα χρόνο δύο άνδρες που μπορούν να διαβιβάζουν; Πότε βρήκαν έστω έναν μέσα σε πέντε χρόνια; Δεν ξανάγινε όσο ζω εγώ, και είμαι πολύ μεγαλύτερη από σένα. Τα σημάδια είναι παντού. Η Τάρμον Γκάι’ντον πλησιάζει. Ο Σκοτεινός θα απελευθερωθεί. Και ο Δράκοντας θα Ξαναγεννηθεί». Το κύπελλό της έτρεμε καθώς το άφηνε κάτω. «Μάλλον γι’ αυτό φοβήθηκα ότι είχες δει κάποιο σημάδι του».
«Θα έρθει», είπε γαλήνια η Μουαραίν, «και θα κάνουμε αυτό που πρέπει να γίνει».
«Αν πίστευα ότι θα έβγαινε κάτι, θα άρπαζα την Αντελέας από τα βιβλία της και θα τραβούσαμε για το Λευκό Πύργο. Αλλά νιώθω τώρα χαρά που είμαι εδώ κι όχι εκεί. Ίσως προλάβουμε να τελειώσουμε την ιστορία μας».
«Ελπίζω να προλάβετε, Αδελφή».
Η Βαντέν σηκώθηκε. «Έχω δουλειές να κάνω πριν πλαγιάσω. Αν δεν έχεις άλλες ερωτήσεις, θα σε αφήσω ήσυχη να μελετήσεις». Αλλά κοντοστάθηκε και αποκάλυψε ότι, παρά τον τόσο καιρό που είχε περάσει παρέα με τα βιβλία, ήταν ακόμα μια αδελφή του Πράσινου Άτζα. «Κάτι πρέπει να κάνεις για τον Λαν, Μουαραίν. Ο άνθρωπος μέσα του μουγκρίζει χειρότερα από το Όρος του Δράκοντα. Κάποια στιγμή θα εκραγεί. Ξέρω από άνδρες και καταλαβαίνω ότι κάποια γυναίκα τον βασανίζει. Εσείς οι δύο είστε μαζί πολύ καιρό. Ίσως είδε ότι πέρα από Άες Σεντάι είσαι και γυναίκα».
«Ο Λαν με βλέπει όπως είμαι, Βαντέν, Άες Σεντάι. Και ακόμα ως φίλη, ελπίζω».
«Α, εσείς οι Γαλάζιες. Πάντα έτοιμες να σώσετε τον κόσμο, τόσο που χάνετε τον εαυτό σας».
Όταν έφυγε η ασπρομάλλα Άες Σεντάι, η Μουαραίν πήρε το μανδύα της και κατέβηκε στον κήπο, μουρμουρίζοντας μόνη της. Κάτι απ’ αυτά που είχε πει η Βαντέν την τραβούσε απ’ το μανίκι, μα δεν θυμόταν τι. Μια απάντηση, ή ένα ίχνος απάντησης, για μια ερώτηση που δεν είχε κάνει — μα ούτε την ερώτηση θυμόταν.
Ο κήπος ήταν μικρός, σαν το σπίτι, αλλά έδειχνε περιποιημένος ακόμα και στο σεληνόφωτο, που το βοηθούσε η κίτρινη λάμψη από τα παράθυρα, και είχε χωμάτινα δρομάκια ανάμεσα στις πρασιές με τα λουλούδια. Έριξε ανάλαφρα το μανδύα στους ώμους της για να φυλαχτεί από τη γλυκιά ψύχρα της νύχτας. Ποια ήταν η απάντηση και ποια η ερώτηση;
Ένας απαλός ήχος ακούστηκε στο χώμα πίσω της και η Μουαραίν γύρισε, πιστεύοντας πως ήταν ο Λαν.
Μια σκιά ορθωνόταν αμυδρή λίγες μόνο απλωσιές πίσω της, μια σκιά που έμοιαζε με πανύψηλο άνδρα, τυλιγμένο στο μανδύα του. Αλλά το πρόσωπο φαινόταν στο φεγγάρι, με μάγουλα ρουφηγμένα, χλωμό, με μαύρα μάτια, υπερβολικά μεγάλα, πάνω από ένα σουφρωμένο στόμα με κόκκινα χείλη. Ο μανδύας άνοιξε και ξεδιπλώθηκαν φτερά, μεγάλα σαν νυχτερίδας.
Η Μουαραίν, ξέροντας ότι ήταν πολύ αργά, ανοίχτηκε στο σαϊντάρ, αλλά το Ντραγκχάρ άρχισε να σιγοτραγουδά και το απαλό μουρμουρητό του τη γέμισε, τσακίζοντας τη θέλησή της. Το σαϊντάρ χάθηκε. Ένιωσε μόνο μια αόριστη λύπη, καθώς πήγαινε προς το πλάσμα· το βαθύ σιγοτραγούδισμα που την τραβούσε κοντά παραμέριζε κάθε αίσθημα. Χέρια λευκά, κατάλευκα —σαν ανθρώπινα, μα με γαμψώνυχα στις άκρες— απλώθηκαν να την πλησιάσουν, και χείλη που είχαν το χρώμα του αίματος κύρτωσαν, όμοια με παρωδία χαμόγελου, αποκαλύπτοντας κοφτερά δόντια, αλλά αμυδρά, τόσο αμυδρά, η Μουαραίν ήξερε πως ούτε θα τη δάγκωνε, ούτε θα την έκοβε. Φοβού το φιλί του Ντραγκχάρ. Όταν την άγγιζαν εκείνα τα χείλη, αυτό θα ήταν το τέλος της· θα της έπινε την ψυχή και μετά τη ζωή. Όταν την έβρισκαν, ακόμα κι αν ήταν τη στιγμή που το Ντραγκχάρ θα την άφηνε να πέσει, θα έβρισκαν ένα πτώμα δίχως σημάδι, παγωμένο, σαν να ήταν δυο μέρες στην αγκαλιά του θανάτου. Και αν έρχονταν πριν πεθάνει, αυτό που θα έβρισκαν θα ήταν χειρότερο, και δεν θα ήταν πια ο εαυτός της. Το σιγοτραγούδισμα την τράβηξε κοντά σε κείνα τα χλωμά χέρια και το κεφάλι του Ντραγκχάρ έσκυψε αργά.