Η Μουαραίν δοκίμασε μικρή μόνο έκπληξη, όταν η λεπίδα ενός σπαθιού άστραψε πάνω από τον ώμο της και τρύπησε το στήθος του Ντραγκχάρ, και ελάχιστα μεγαλύτερη, όταν άλλο ένα σπαθί πέρασε πάνω από τον άλλο ώμο της και χτύπησε πλάι στο πρώτο.
Ζαλισμένη, έτοιμη να πέσει, είδε τη σκηνή σαν από μεγάλη απόσταση, καθώς έσπρωχναν το πλάσμα μακριά της. Μπροστά της φάνηκε ο Λαν, έπειτα ο Τζάεμ· τα κοκαλιάρικα μπράτσα του Πρόμαχου κρατούσαν τη λεπίδα του ίσια και σταθερή, σαν του νεώτερου συντρόφου του. Τα χλωμά χέρια του Ντραγκχάρ μάτωσαν, καθώς χτυπούσε το κοφτερό ατσάλι και τα φτερά του μαστίγωναν τους δύο άνδρες με δυνατούς, ξερούς κρότους. Ξαφνικά, πληγωμένο και ματωμένο, άρχισε πάλι να σιγοτραγουδά. Προς τους Προμάχους.
Η Μουαραίν έβαλε τα δυνατά της να συνέλθει· ένιωθε εξαντλημένη, σαν να είχε καταφέρει το πλάσμα να τη φιλήσει. Δεν είναι ώρα για λιγοθυμίες. Σε μια στιγμή, ανοίχτηκε στο σαϊντάρ και, καθώς τη γέμιζε η Δύναμη, ετοιμάστηκε να αγγίξει απευθείας το Σκιογέννημα. Οι δύο άνδρες ήταν πολύ κοντά· οτιδήποτε άλλο, θα χτυπούσε κι αυτούς. Ήξερε ότι, ακόμα και με τη χρήση της Μίας Δύναμης, θα ένιωθε τον εαυτό της ακάθαρτο από το άγγιγμα του Ντραγκχάρ.
Αλλά τη στιγμή που η Μουαραίν άρχιζε, ο Λαν φώναξε, «Αγκάλιασε το θάνατο!» Ο Τζάεμ τον μιμήθηκε με σταθερή φωνή. «Αγκάλιασε το θάνατο!» Και οι δύο άνδρες πλησίασαν τόσο κοντά, που το Ντραγκχάρ θα μπορούσε να τους αγγίξει, και κάρφωσαν μέσα του τις λεπίδες τους ως τη λαβή.
Το Ντραγκχάρ τίναξε πίσω το κεφάλι και τσίριξε, με μια στριγκλιά που ήταν σαν να τρυπούσαν βελόνες το κεφάλι της Μουαραίν. Την ένιωσε, αν και ήταν τυλιγμένη με το σαϊντάρ. Το Ντραγκχάρ σωριάστηκε σαν δέντρο που έπεφτε, και το φτερό του έριξε τον Τζάεμ πια τέσσερα. Ο Λαν μισόσκυψε, σαν να ’ταν κατάκοπος.
Από το σπίτι φάνηκαν φανάρια που πλησίαζαν βιαστικά, καθώς έρχονταν η Βαντέν και η Αντελέας.
«Τι ήταν αυτή η φασαρία;» ζήτησε να μάθει η Αντελέας. Ήταν σχεδόν φτυστή η αδελφή της. «Μήπως ο Τζάεμ...» Το φως του φαναριού έπεσε στο Ντραγκχάρ· η φωνή της έσβησε.
Η Βαντέν έπιασε το χέρι της Μουαραίν. «Δεν...;» Δεν τελείωσε την ερώτηση, και τα μάτια της Μουαραίν είδαν να την περιβάλλει μια νεφέλη. Καθώς ένιωθε να κυλά μέσα της δύναμη από την άλλη γυναίκα, η Μουαραίν ευχήθηκε, για πολλοστή φορά, να μπορούσαν οι Άες Σεντάι να κάνουν για τον εαυτό τους ό,τι και για τους άλλους.
«Όχι», είπε με ευγνωμοσύνη. «Φρόντισε τον Γκαϊντίν».
Ο Λαν την κοίταξε με το στόμα σφιγμένο. «Αν δεν με είχες θυρώσει τόσο, που αναγκάστηκα να πάω και να εξασκηθώ με τον Τζάεμ, αν δεν ήμουν τόσο θυμωμένος, που σταμάτησα για να ξανάρθω στο σπίτι...»
«Αλλά το έκανα», είπε αυτή. «Το Σχήμα τραβά τα πάντα στην πλέξη του». Ο Τζάεμ μουρμούριζε, αλλά είχε αφήσει τη Βαντέν να περιποιηθεί τον ώμο του. Ήταν όλος κόκαλα και τένοντες, αλλά έμοιαζε σκληρός σαν γέρικη ρίζα.
«Πώς μπορεί ένα πλάσμα της Σκιάς να πλησιάσει τόσο χωρίς να το νιώσουμε;» απαίτησε να μάθει η Αντελέας.
«Ήταν προστατευμένο με φυλακτό», είπε η Μουαραίν.
«Αδύνατον», είπε κοφτά η Αντελέας. «Μόνο μια αδελφή θα μπορούσε να—» Σταμάτησε, και η Βαντέν γύρισε από τον Τζάεμ και κοίταζε τη Μουαραίν.
Η Μουαραίν είπε τα λόγια που δεν ήθελε να ακούσει καμιά τους. «Το Μαύρο Άτζα». Φωνές ακούστηκαν από το χωριό. «Καλύτερα να το κρύψεις γρήγορα», είπε, δείχνοντας το Ντραγκχάρ, που ήταν σωριασμένο σε μια πρασιά με λουλούδια. «Θα ’ρθουν να ρωτήσουν αν θέλεα βοήθεια, αλλά, άμα το δουν, θα αρχίσουν ανεπιθύμητες συζητήσεις».
-Ναι, φυσικά», είπε η Αντελέας. «Τζάεμ, πήγαινε και βρες τους. Πες τους ότι δεν ξέρεις τι ήταν αυτή η φασαρία, αλλά εδώ όλα πάνε καλά. Καθυστέρησέ τους», Ο γκριζομάλλης Πρόμαχος χώθηκε βιαστικά στο σκοτάδι, προς εκεί που ακουγόταν οι χωρικοί που πλησίαζαν. Η Αντελέας στράφηκε για να μελετήσει το Ντραγκχάρ, σαν να ήταν ένα δυσνόητο χωρίο σε βιβλίο της. «Είτε έχουν αναμιχθεί Άες Σεντάι είτε όχι, τι μπορεί να το έφερε εδώ;» Η Βαντέν κοίταζε σιωπηλά τη Μουαραίν.