Выбрать главу

«Φοβάμαι πως πρέπει να σας αφήσω», είπε η Μουαραίν. «Λαν, θα ετοιμάσεις τα άλογα;» Καθώς ο Λαν έφευγε, συνέχισε λέγοντας, «Θα αφήσω γράμματα για να τα στείλετε στο Λευκό Πύργο, αν το κανονίσετε». Η Αντελέας ένευσε αφηρημένα, ενώ η προσοχή της ήταν ακόμα στο πεσμένο πράγμα.

«Και θα βρεις απαντήσεις εκεί που πας;» ρώτησε η Βαντέν.

«Ίσως βρήκα ήδη μία, την οποία δεν ήξερα ότι έψαχνα. Ελπίζω μόνο να μην είναι πολύ αργά. Θέλω πένα και πάπυρο». Πήρε τη Βαντέν στο σπίτι κι άφησε την Αντελέας να ασχοληθεί με το Ντραγκχάρ.

23

Η Δοκιμασία

Η Νυνάβε κοίταζε επιφυλακτικά τον πελώριο θάλαμο, βαθιά κάτω από το Λευκό Πύργο, όσο επιφυλακτικά έβλεπε και τη Σέριαμ δίπλα της. Η Κυρά των Μαθητευομένων φαινόταν να περιμένει κάτι, ίσως κι ανυπόμονα. Τις λίγες μέρες που είχε περάσει η Νυνάβε στην Ταρ Βάλον, το μόνο που έβλεπε στις Άες Σεντάι ήταν η γαλήνη τους και ο τρόπος που αποδέχονταν χαμογελαστά πως κάβε τι θα ερχόταν στην ώρα του.

Η θολωτή αίθουσα ήταν σκαλισμένη στο βραχώδες έδαφος του νησιού το φως από τις λάμπες, που στέκονταν σε ψηλά στηρίγματα, καθρεφτιζόταν σε χλωμούς, λείους πέτρινους τοίχους. Στο κέντρο, κάτω από το θόλο, ήταν ένα αντικείμενο, που το αποτελούσαν τρεις ασημένιες, στρογγυλεμένες αψίδες, κάθε μια αρκετά ψηλή για να περάσει κανείς από κάτω, που στηρίζονταν σε ένα χοντρό, ασημένιο δαχτυλίδι, με τις άκρες τους ν’ αγγίζουν η μια την άλλη. Οι αψίδες και ο δακτύλιος ήταν όλα ένα κομμάτι. Η Νυνάβε δεν μπορούσε να δει τι βρισκόταν μέσα τους· εκεί το φως τρεμόπαιζε αλλόκοτα και το στομάχι της ανακατευόταν αν κοίταζε αρκετά. Όπου η αψίδα άγγιζε το δακτύλιο, μια Άες Σεντάι καθόταν σταυροπόδι στη γυμνή πέτρα του πατώματος, κοιτάζοντας το ασημί κατασκεύασμα. Μια άλλη στεκόταν παραδίπλα, πλάι σε ένα απλό τραπέζι, στο οποίο υπήρχαν τρία μεγάλα ασημένια κύπελλα. Η Νυνάβε ήξερε —ή τουλάχιστον έτσι της είχαν πει— ότι όλα είχαν μέσα καθαρό νερό. Κάθε μια από τις Άες Σεντάι φορούσε το σάλι της, όπως και η Σέριαμ· με γαλάζια κρόσσια για τη Σέριαμ, κόκκινα για τη μελαψή γυναίκα πλάι στο τραπέζι, κίτρινα, κόκκινα και γκρίζα για τις τρεις γύρω από τις αψίδες. Η Νυνάβε ακόμα φορούσε ένα από τα φορέματα που της είχαν δώσει στο Φαλ Ντάρα, ανοιχτό πράσινο, κεντημένο με άσπρα λουλουδάκια.

«Πρώτα με παρατάτε να χαζεύω τους τοίχους όλη μέρα», μουρμούρισε η Νυνάβε, «και τώρα όλα τα κάνουμε με φούρια».

«Η ώρα δεν περιμένει καμία γυναίκα», αποκρίθηκε η Σέριαμ. «Ο Τροχός υφαίνει όπως ο Τροχός το θέλει, και όποτε το θέλει. Η υπομονή είναι αρετή, την οποία πρέπει να μάθουμε, όμως όλες πρέπει να είμαστε έτοιμες για την αλλαγή μέσα σε μια στιγμή».

Η Νυνάβε προσπάθησε να μην την αγριοκοιτάξει. Το πιο ενοχλητικό πράγμα που είχε ανακαλύψει ως τώρα για τη γυναίκα με τα πυρρόξανθα μαλλιά ήταν ότι, μερικές φορές, έμοιαζε να παραθέτει ρητά, ακόμα και όταν δεν το έκανε, «Τι είναι αυτό;»

«Ένα τερ’ανγκριάλ».

«Αυτό δεν μου λέει τίποτα. Τι κάνει;»

«Τα τερ’ανγκριάλ κάνουν πολλά πράγματα, παιδί μου. Όπως τα ανγκριάλ και τα σανγκριάλ, είναι απομεινάρια της Εποχής των Θρύλων και χρησιμοποιούν τη Μία Δύναμη, αν και δεν είναι τόσο σπάνια όσο οι άλλες δύο κατηγορίες. Αν και μερικά τερ’ανγκριάλ πρέπει να τα θέσουν σε λειτουργία Άες Σεντάι, όπως αυτό εδώ, άλλα κάνουν αυτό που κάνουν απλώς και μόνο με την παρουσία οποιασδήποτε γυναίκας που μπορεί να διαβιβάσει. Υποτίθεται, μάλιστα, πως υπάρχουν μερικά που λειτουργούν για οποιονδήποτε. Αντίθετα από τα ανγκριάλ και τα σανγκριάλ, κατασκευάστηκαν για να κάνουν συγκεκριμένα πράγματα. Ένα άλλο που έχουμε στον Πύργο κάνει τους όρκους δεσμευτικούς. Όταν γίνεις αδελφή, θα δώσεις τους τελικούς όρκους σου κρατώντας εκείνο το τερ’ανγκριάλ. Να μην πεις λέξη που να μην είναι αληθινή. Να μην φτιάξεις όπλο για να σκοτώσει κανείς άνδρας κάποιον άλλο. Να μην χρησιμοποιήσεις ποτέ τη Μία Δύναμη ως όπλο, παρά μόνο εναντίον Σκοτεινόφιλων ή Σκιογέννητων, ή ως τελευταίο μέσο για να υπερασπίσεις τη ζωή σου, τη ζωή του Προμάχου σου, ή τη ζωή μιας άλλης αδελφής».

Η Νυνάβε κούνησε το κεφάλι. Της φαινόταν ότι αυτά ήταν ή πολύ βαρύς όρκος για να τον δώσει κανείς, ή πολύ λίγος, και το είπε.

«Κάποτε, οι Άες Σεντάι δεν ήταν υποχρεωμένες να δίνουν όρκους. Ήταν γνωστό τι ήταν οι Άες Σεντάι και τι αντιπροσώπευαν και δεν υπήρχε ανάγκη για κάτι περισσότερο. Πολλές από μας ελπίζουν να ήταν ακόμα έτσι. Αλλά ο Τροχός γυρνά και οι καιροί αλλάζουν. Το ότι δίνουμε αυτούς τους όρκους, το ότι είναι γνωστό πως δεσμευόμαστε, επιτρέπει στα έθνη να μας αντιμετωπίζουν χωρίς να φοβούνται ότι θα στρέψουμε τη δύναμή μας, τη Μία Δύναμη, εναντίον τους. Ανάμεσα στους Πολέμους των Τρόλοκ και τον Εκατονταετή Πόλεμο, κάναμε αυτές τις επιλογές, και χάρη σ’ αυτές ο Λευκός Πύργος συνεχίζει να στέκει, και μπορούμε ακόμα να κάνουμε αυτό που πρέπει εναντίον της Σκιάς». Η Σέριαμ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Μα το Φως, παιδί μου, προσπαθώ να σου διδάξω αυτά που οι άλλες γυναίκες που στέκονται εδώ έκαναν χρόνια για να τα μάθουν. Δεν γίνεται. Αυτό που πρέπει να προσέξεις τώρα είναι τα τερ’ανγκριάλ. Δεν ξέρουμε γιατί κατασκευάστηκαν. Μόνο μια χούφτα απ’ αυτά τολμούμε να χρησιμοποιήσουμε, και οι τρόποι που τα χρησιμοποιούμε ίσως να μην είναι αυτοί που σκόπευαν οι κατασκευαστές τους. Τα περισσότερα μάθαμε με μεγάλο κόστος να τα αποφεύγουμε. Με τα χρόνια, είναι αρκετές οι Άες Σεντάι που σκοτώθηκαν, ή που έκαψαν το Ταλέντο τους καθώς το μάθαιναν».