Выбрать главу

Η Νυνάβε ανατρίχιασε. «Και θέλεις να μπω σ’ αυτό;» Τώρα το φως μέσα στις αψίδες τρεμόπαιζε λιγότερο, αλλά η Νυνάβε ακόμα δεν διέκρινε τι υπήρχε μέσα.

«Ξέρουμε τι κάνει αυτό. Θα σε φέρει πρόσωπο με πρόσωπο με τους μεγαλύτερους φόβους σου». Η Σέριαμ της χάρισε ίνα ευχάριστο χαμόγελο. «Καμία δεν θα σε ρωτήσει τι αντιμετώπισες· δεν χρειάζεται να πεις, παρά μόνο όσα θέλεις. Οι φόβοι μιας γυναίκας της ανήκουν».

Η Νυνάβε σκέφτηκε αόριστα το φόβο της για τις αράχνες, ειδικά στο σκοτάδι, αλλά της φάνηκε πως η Σέριαμ δεν εννοούσε αυτό. «Απλώς μπαίνω από τη μια αψίδα και βγαίνω από την άλλη; Τρία περάσματα και τέρμα;»

Η Άες Σεντάι έστρωσε το σάλι της, τινάζοντας ενοχλημένη τον ώμο. «Αν επιθυμείς να το απλοποιήσεις τόσο, ναι», είπε ξερά. «Σου είπα καθώς ερχόμασταν αυτά που πρέπει να ξέρεις για την τελετή, όσα επιτρέπεται να γνωρίζει οποιαδήποτε εκ των προτέρων. Αν ήσουν μια μαθητευόμενη που ερχόταν γι’ αυτό, θα τα ήξερες όλα απ’ έξω, αλλά μην ανησυχείς μήπως κάνεις κάποιο λάθος. Θα σου το θυμίσω, αν χρειαστεί. Είσαι σίγουρη ότι είσαι έτοιμη να το αντιμετωπίσεις; Αν θέλεις να σταματήσεις τώρα, ακόμα μπορώ να γράψω το όνομά σου στο βιβλίο των μαθητευομένων».

«Όχι!»

«Πολύ καλά, λοιπόν. Δύο πράγματα θα σου πω, που δεν τα ακούει καμιά πριν βρεθεί σ’ αυτή την αίθουσα. Να το πρώτο. Από τη στιγμή που θα ξεκινήσεις, πρέπει να συνεχίσεις ως το τέλος. Αν αρνηθείς να συνεχίσεις, όσο μεγάλες δυνατότητες κι αν έχεις, θα σε διώξουμε με κάθε ευγένεια από τον Πύργο, με αρκετό ασήμι για να ζήσεις ένα χρόνο, και ποτέ δεν θα σου επιτραπεί να ξαναγυρίσεις». Η Νυνάβε άνοιξε το στόμα για να πει ότι δεν θα αρνείτο, αλλά η Σέριαμ τη διέκοψε με μια απότομη κίνηση. «Άκου, και μίλα όταν θα ξέρεις τι να πεις. Δεύτερον. Όταν αναζητάς, όταν αγωνίζεσαι, καταλήγεις να γνωρίσεις τον κίνδυνο. Εδώ θα γνωρίσεις τον κίνδυνο. Μερικές γυναίκες μπήκαν και δεν ξαναβγήκαν. Όταν το τερ’ανγκριάλ αφέθηκε να καταλαγιάσει, οι γυναίκες δεν-υπήρχαν-πια.. Και δεν τις ξανάδαμε ποτέ. Για να επιζήσεις, πρέπει να δείξεις σθένος. Αν δειλιάσεις, αν κάνεις πίσω, τότε...» Η σιωπή της έλεγε πολλά. «Αυτή είναι η τελευταία σου ευκαιρία, παιδί μου. Μπορείς να φύγεις τώρα, αυτή τη στιγμή, και θα έχεις μόνο ένα μελανό σημάδι σε βάρος σου. Άλλες δυο φορές θα σου επιτραπεί να έρθεις και μόνο στην τρίτη άρνηση θα σε διώξουμε από τον Πύργο. Δεν είναι ντροπή να αρνηθείς. Πολλές αρνούνται, κι εγώ η ίδια δεν μπόρεσα να το κάνω την πρώτη φορά εδώ. Τώρα μπορείς να μιλήσεις».

Η Νυνάβε λοξοκοίταξε τις ασημένιες αψίδες. Το φως μέσα τους δεν τρεμόπαιζε πια· τις γέμιζε μια λευκή, απαλή λάμψη. Για να μάθει αυτά που ήθελε να μάθει, χρειαζόταν την ελευθερία που είχαν οι Αποδεχθείσες να κάνουν ερωτήσεις, να μελετά μόνη της, δίχως άλλη καθοδήγηση πέρα απ’ όση ζητούσε η ίδια. Πρέπει να κάνω τη Μουαραίν να πληρώσει γι’ αυτό που μας έκανε. Πρέπει. «Είμαι έτοιμη».

Η Σέριαμ προχώρησε αργά στο θάλαμο. Η Νυνάβε την ακολούθησε δίπλα της.

Σαν να ήταν αυτό το σινιάλο, η Κόκκινη αδελφή μίλησε με δυνατό, επίσημο τόνο. «Ποια φέρνεις μαζί σου, Αδελφή;» Οι τρεις Άες Σεντάι γύρω από το τερ’ανγκριάλ συνέχισαν να ασχολούνται με αυτό.

«Κάποια που έρχεται ως υποψήφια για Αποδοχή, Αδελφή», απάντησε, εξίσου επίσημα, η Σέριαμ.

«Είναι έτοιμη;»

«Είναι έτοιμη να αφήσει πίσω αυτό που ήταν, και, περνώντας μέσα από τους φόβους της, να κερδίσει την Αποδοχή».

«Ξέρει τους φόβους της;»

«Ποτέ δεν τους αντιμετώπισε, μα τώρα είναι πρόθυμη».

«Τότε ας αντιμετωπίσει αυτό που φοβάται».

Η Σέριαμ σταμάτησε δυο απλωσιές πριν τις αψίδες και η Νυνάβε σταμάτησε μαζί της. «Το φόρεμά σου», ψιθύρισε η Σέριαμ, χωρίς να την κοιτάζει.