Выбрать главу

Η Νυνάβε κοκκίνισε, επειδή είχε κιόλας ξεχάσει αυτά που της είχε πει η Σέριαμ καθώς την έφερνε από το δωμάτιο της. Έβγαλε βιαστικά τα ρούχα της, τα παπούτσια και τις κάλτσες. Για μια στιγμή, σχεδόν μπόρεσε να ξεχάσει τις αψίδες, καθώς δίπλωνε τα ρούχα και τα άφηνε τακτοποιημένα εκεί δίπλα. Έβαλε με προσοχή το δαχτυλίδι του Λαν κάτω από το φόρεμά της· δεν ήθελε να το κοιτάζουν οι άλλες. Τελείωσε, και το τερ’ανγκριάλ ήταν ακόμα εκεί, ακόμα περίμενε.

Τα γυμνά της πόδια ένιωσαν την κρύα πέτρα και οι τρίχες σηκώθηκαν στην επιδερμίδα της, αλλά στάθηκε κορδωμένη και ανάσανε αργά. Δεν θα έδειχνε σε καμία ότι φοβόταν.

«Η πρώτη φορά», είπε η Σέριαμ, «είναι γι’ αυτό που ήταν. Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Δείξε σθένος».

Η Νυνάβε δίστασε. Έπειτα προχώρησε, μέσα από την ασπίδα, στη λάμψη. Η λάμψη την κουκούλωσε, σαν να έλαμπε ο ίδιος ο αέρας, σαν να πνιγόταν η Νυνάβε στο φως. Το φως ήταν παντού. Το φως ήταν τα πάντα.

Η Νυνάβε ξαφνιάστηκε, όταν κατάλαβε ότι ήταν γυμνή, και μετά κοίταξε γύρω έκπληκτη. Ένας πέτρινος τοίχος στεκόταν δεξιά της κι άλλος ένας αριστερά της, με ύψος διπλό από το δικό της και λείοι σαν να ήταν σμιλεμένοι. Κούνησε τα δάχτυλα των ποδιών της κι ένιωσε σκονισμένο, ανώμαλο λιθόστρωτο. Ο ουρανός ψηλά έμοιαζε επίπεδος και μολυβένιος, αν και δεν υπήρχαν σύννεφα, και ο ήλιος κρεμόταν εκεί πάνω φουσκωμένος και κόκκινος. Οι τοίχοι της περιόριζαν το βλέμμα, αλλά το έδαφος κατηφόριζε, μπροστά και πίσω της. Μέσα από τις πύλες, έβλεπε κι άλλους χοντρούς τοίχους και περάσματα ανάμεσα τους. Βρισκόταν σ’ έναν γιγάντιο λαβύρινθο.

Πού είναι αυτό το μέρος; Πώς βρέθηκα εδώ; Σαν από διαφορετική φωνή, της ήρθε μια άλλη σκέψη. Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά.

Κούνησε το κεφάλι. «Αν υπάρχει μόνο μια έξοδος, δεν θα τη βρω περιμένοντας εδώ». Τουλάχιστον ο αέρας ήταν ζεστός και δίχως υγρασία. «Ελπίζω να βρω ρούχα πριν βρω ανθρώπους», μουρμούρισε.

Θυμήθηκε αόριστα που έπαιζε με λαβύρινθους στο χαρτί όταν ήταν μικρή· υπήρχε ένα κόλπο για να βρεις την έξοδο, αλλά δεν μπορούσε να το θυμηθεί. Τα πάντα από το παρελθόν της φαινόταν αόριστα, σαν να είχαν συμβεί σε κάποια άλλη. Αγγίζοντας τον τοίχο, προχώρησε μπροστά, ενώ η σκόνη τιναζόταν κι έκανε συννεφάκια πίσω από τα γυμνά της πόδια.

Στο πρώτο άνοιγμα του τοίχου, κοίταζε και είδε άλλο ένα πέρασμα που έμοιαζε ίδιο κι απαράλλαχτο από αυτό στο οποίο ήδη βρισκόταν. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε ευθεία, περνώντας από άλλα περάσματα, ολόιδια. Κάποια στιγμή έφτασε σε κάτι διαφορετικό. Ο δρόμος διακλαδιζόταν. Πήρε την αριστερή στροφή· και τελικά έφτασε σε άλλη μια διχάλα. Πήγε αριστερά άλλη μια φορά. Στην τρίτη διχάλα, η αριστερή στροφή την έβγαλε σ’ έναν τοίχο.

Ξαναγύρισε με σκοτεινό βλέμμα στην τελευταία διχάλα και προχώρησε δεξιά. Αυτή τη φορά χρειάστηκε τέσσερις δεξιές στροφές για να βγει σε αδιέξοδο. Για μια στιγμή, στάθηκε αγριοκοιτάζοντάς το. «Πώς βρέθηκα εδώ;» ζήτησε να μάθει με δυνατή φωνή. «Πού είναι αυτό το μέρος;» Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά.

Άλλη μια φορά, γύρισε πίσω. Ήταν σίγουρη πως ο λαβύρινθος είχε κάποιο κόλπο. Στην τελευταία διχάλα, πήγε αριστερά και μετά δεξιά στην επόμενη. Συνέχισε να προχωρά, αποφασισμένη. Αριστερά, έπειτα δεξιά. Ευθεία, μέχρι να ξαναβρεί διχάλα. Αριστερά, έπειτα δεξιά.

Της φαινόταν πώς κάτι έκανε. Τουλάχιστον αυτή τη φορά είχε περάσει πάνω από δέκα διχάλες χωρίς να βρει αδιέξοδο. Έφτασε σε άλλο ένα.

Με την άκρη του ματιού, έπιασε το πετάρισμα μιας κίνησης. Όταν γύρισε να κοιτάξει, υπήρχε μονάχα το σκονισμένο πέρασμα ανάμεσα στους δυο λείους πέτρινους τοίχους. Έκανε να πάρει την αριστερή στροφή... και στριφογύρισε, πιάνοντας άλλη μια φευγαλέα κίνηση. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί, μα τώρα ήταν σίγουρη. Κάποιος ήταν πριν πίσω της. Κάποιος ήταν τώρα πίσω της. Άρχισε να τρέχει νευρικά προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Έβλεπε και ξανάβλεπε, τώρα, ακριβώς στην άκρη του οπτικού της πεδίου, σε διάφορα πλαϊνά περάσματα, κάτι να κινείται, τόσο γρήγορο που δεν προλάβαινε να το διακρίνει, που χανόταν πριν προλάβει να γυρίσει το κεφάλι για να το δει καλά. Το έβαλε στα πόδια. Ελάχιστα αγόρια μπορούσαν να της παραβγούν όταν ήταν κορίτσι στους Δύο Ποταμούς. Δύο Ποταμοί; Τι είναι αυτό;

Ένας άνδρας βγήκε από ένα άνοιγμα μπροστά της. Τα σκούρα ρούχα του έδειχναν μουχλιασμένα, μισοσαπισμένα, και ήταν γέρος. Γεροντότερος από τα χρόνια. Δέρμα σαν ξεραμένη περγαμηνή σκέπαζε το κρανίο του, υπερβολικά σφιχτά, σαν να μην υπήρχε σάρκα από κάτω. Πεταχτές τούφες από εύθραυστες τρίχες κάλυπταν το δέρμα της κεφαλής, που ήταν γεμάτο μισοεπουλωμένες πληγές, και τα μάτια του ήταν τόσο βουλιαγμένα, που έμοιαζαν μα κρυφοκοιτούν από δυο σπηλιές.