Выбрать главу

Η Νυνάβε σταμάτησε απότομα, νιώθοντας με τα πόδια της τις τραχιές, ανώμαλες πλάκες.

«Είμαι ο Άγκινορ», της είπε χαμογελώντας, «και ήρθα για σένα».

Η καρδιά της έκανε να φύγει από το στήθος της. Ένας Αποδιωγμένος. «Όχι. Όχι, δεν μπορεί!»

«Είσαι όμορφη, κοπέλα μου. Θα διασκεδάσω».

Ξαφνικά η Νυνάβε θυμήθηκε πως δεν φορούσε ούτε κλωστή. Με μια κραυγούλα και με το πρόσωπο κόκκινο, όχι μονάχα από θυμό, έτρεξε στο κοντινότερο πέρασμα που διασταυρωνόταν μ’ αυτό. Ένα κακαριστό γέλιο την καταδίωξε, ο ήχος ποδιών που έτρεχαν αργά και συρτά, αλλά προλάβαιναν το δικό της ξέφρενο τρέξιμο, και μαζί βραχνές υποσχέσεις γι’ αυτά που θα της έκανε όταν την έπιανε, υποσχέσεις που έκαναν το στομάχι της να ανακατευτεί, έστω κι αν τις μισοάκουγε μόνο.

Έψαξε απεγνωσμένα για κάποια έξοδο, κοιτάζοντας με αγωνία καθώς έτρεχε με τα χέρια σφιγμένα. Ο δρόμος της επιστροφής δα έρθει μόνο μία φορά. Δείξε σθένος. Δεν υπήρχε τίποτα, παρά μόνο ο ίδιος ατέλειωτος λαβύρινθος. Όσο γρήγορα κι αν έτρεχε, τα βρωμερά λόγια του πάντα ακούγονταν από δίπλα της. Σιγά-σιγά, όλος ο φόβος έγινε θυμός.

«Που να καεί!» είπε με λυγμούς. «Το Φως να τον κάψει. Δεν έχει δικαίωμα!» Μέσα της ένιωσε ένα άνθισμα, ένα άνοιγμα, ένα ξεδίπλωμα προς το φως.

Γυμνώνοντας τα δόντια, στράφηκε για να αντιμετωπίσει τον διώκτη της, τη στιγμή που εμφανιζόταν ο Άγκινορ, γελώντας, τρέχοντας κουτσά.

«Δεν έχεις δικαίωμα!» Η γροθιά της όρμησε προς το μέρος του, με τα δάχτυλα να ανοίγουν, σαν να του πετούσε κάτι. Δεν ξαφνιάστηκε πολύ, βλέποντας μια πύρινη μπάλα να βγαίνει από το χέρι της.

Η μπάλα εξερράγη πάνω στο στήθος του Άγκινορ, ρίχνοντάς τον στο χώμα. Έμεινε ξαπλωμένος φαρδύς-πλατύς εκεί μόνο για μια στιγμή, και ύστερα σηκώθηκε τρεκλίζοντας. Δεν φαινόταν να είχε καταλάβει ότι το παλτό του σιγοκαιγόταν μπροστά. «Τόλμησες; Τόλμησες!» Τρεμούλιασε, και σάλια έσταξαν στο πηγούνι του.

Ξαφνικά ο ουρανός γέμισε σύννεφα, απειλητικούς όγκους από γκρίζο και μαύρο. Αστραπές πετάχτηκαν από τα σύννεφα, κατευθείαν προς την καρδιά της Νυνάβε.

Της φάνηκε, για μια στιγμή, σαν να είχε επιβραδυνθεί ο χρόνος ξαφνικά, σαν αυτή η στιγμή να κρατούσε για πάντα. Ένιωσε τη ροή μέσα της –σαϊντάρ, ήταν η απόμακρη σκέψη— κι ένιωσε μια ροή σε απάντηση μέσα στην αστραπή. Και άλλαξε την κατεύθυνση της αστραπής. Ο χρόνος πήδηξε μπροστά.

Με δυνατό πάταγο, το αστροπελέκι τσάκισε την πέτρα πάνω από το κεφάλι του Άγκινορ. Τα βουλιαγμένα μάτια του Αποδιωγμένου πλάτυναν, οπισθοχώρησε παραπατώντας. «Δεν μπορείς! Δεν μπορεί!» Πήδηξε πιο πέρα, καθώς η αστραπή χτυπούσε εκεί που στεκόταν και η πέτρα ανέβλυζε ένα σιντριβάνι από θραύσματα.

Η Νυνάβε ξεκίνησε προς το μέρος του με σκοτεινό βλέμμα. Και ο Άγκινορ το έσκασε.

Το σαϊντάρ ήταν ένας χείμαρρος που έτρεχε μέσα της. Ένιωθε τις πέτρες γύρω της και τον αέρα, ένιωθε τα μικρά, ρέοντα κομματάκια της Μίας Δύναμης, που τα πότιζαν και τα αποτελούσαν. Και ένιωθε τον Άγκινορ να κάνει... κάτι κι αυτός. Το ένιωσε αμυδρά και απόμακρα, σαν να ήταν κάτι που η ίδια ποτέ δεν θα μπορούσε να γνωρίσει, όμως ολόγυρά της είδε τα αποτελέσματα και κατάλαβε τι ήταν.

Το έδαφος μούγκρισε και σείστηκε κάτω από τα πόδια της. Οι τοίχοι γκρεμίστηκαν μπροστά της, σωροί από πέτρες της έκλεισαν το δρόμο. Η Νυνάβε σκαρφάλωσε από πάνω τους, χωρίς να νοιάζεται αν τα κοφτερά βράχια της έκοβαν χέρια και πόδια, προσέχοντας να μη χάσει τον Άγκινορ από τα μάτια της. Σηκώθηκε άνεμος, που ούρλιαζε στα περάσματα, πέφτοντας πάνω της, που λυσσούσε, καθώς της πατούσε τα μάγουλα και της έφερνε δάκρια στα μάτια, προσπαθώντας να τη ρίξει κάτω· εκείνη άλλαξε τη ροή του και ο Άγκινορ κατρακύλησε στο πέρασμα σαν ξεριζωμένος θάμνος. Η Νυνάβε άγγιξε τη ροή στο έδαφος, της άλλαξε πορεία και οι πέτρινοι τοίχοι σωριάστηκαν γύρω από τον Άγκινορ, αιχμαλωτίζοντάς τον. Αστραπές έπεσαν μαζί με το άγριο βλέμμα της, χτυπώντας ολόγυρά του και οι πέτρες ανατινάζονταν, πλησιάζοντας τον όλο και πιο πολύ. Τον ένιωσε, που πάλευε να σπρώξει τη ροή προς το μέρος της, αλλά, λίγο-λίγο, οι εκτυφλωτικές αστραπές πλησίαζαν τον Αποδιωγμένο.

Κάτι έλαμψε στα δεξιά της, κάτι που είχαν φανερώσει οι τοίχοι καταρρέοντας.

Η Νυνάβε ένιωθε τον Άγκινορ να εξασθενεί, ένιωθε ότι οι απόπειρες του να τη χτυπήσει γίνονταν όλο και πιο αδύναμες και πιο αγωνιώδεις. Αν τον άφηνε να σηκωθεί τώρα, θα την κυνηγούσε με την ίδια δύναμη μετά, πεπεισμένος ότι τελικά ήταν αδύναμη και δεν μπορούσε να τον νικήσει, ότι ήταν αδύναμη και δεν μπορούσε να τον εμποδίσει να κάνει μαζί της ό,τι ήθελε.

Μια ασημένια αψίδα στεκόταν εκεί που πριν ήταν πέτρες, μια αψίδα γεμάτη από ένα απαλό, ασημένιο φέγγος. Ο δρόμος της επιστροφής...