Выбрать главу

Κατάλαβε πότε ο Αποδιωγμένος σταμάτησε την επίθεση, τη στιγμή που έβαλε όλες τις προσπάθειες του για να την αποκρούσει. Και η δύναμη του δεν ήταν αρκετή, δεν μπορούσε πια να παραμερίσει τα χτυπήματά της. Έπρεπε να τινάζεται μακριά από τις πέτρες, που τίναζαν σαν σιντριβάνι οι αστραπές της, και οι εκρήξεις τον ξανάριχναν κάτω.

Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Δείξε σθένος.

Δεν έπεφταν πια αστραπές. Η Νυνάβε άφησε τον Άγκινορ που σερνόταν και κοίταξε την αψίδα. Ξανακοίταξε τον Άγκινορ, ο οποίος έρποντας περνούσε τη στροφή και χανόταν πίσω από το λοφάκι των βράχων. Ξεφύσηξε αγανακτισμένη. Ένα μεγάλο μέρος του λαβύρινθου ήταν ακόμα όρθιο και υπήρχαν εκατό καινούργιες κρυψώνες στα συντρίμμια που είχαν κάνει οι δυο τους. Θα χρειαζόταν αρκετή ώρα για να τον ξαναβρεί, αλλά ήταν σίγουρη πως, αν δεν τον έβρισκε πρώτη, θα την έβρισκε αυτός. Όταν ανακτούσε όλη τη δύναμή του, θα την έβρισκε, όταν δεν θα τον περίμενε.

Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά.

Νιώθοντας φόβο, κοίταξε πάλι και είδε με ανακούφιση ότι η αψίδα ήταν ακόμα εκεί. Αν μπορούσε να βρει τον Άγκινορ στα γρήγορα...

Δείξε σθένος.

Με μια κραυγή ανικανοποίητου θυμού, σκαρφάλωσε το σωρό των βράχων και πλησίασε την αψίδα. «Αυτός ο οποίος ευθύνεται που βρέθηκα εδώ», μουρμούρισε, «θα ευχηθεί να ήταν στη θέση του Άγκινορ. Θα—» Μπήκε στην αψίδα και την έλουσε το φως.

«Θα—» Η Νυνάβε βγήκε από την αψίδα και στάθηκε κοιτώντας. Όλα ήταν όπως τα θυμόταν —το ασημένιο τερ’ανγκριάλ, οι Άες Σεντάι, ο θάλαμος— αλλά η πράξη της θύμησης ήταν σαν ένα χτύπημα, απούσες αναμνήσεις, οι οποίες ξαναγύριζαν ορμητικά στο κεφάλι της. Είχε βγει από την αψίδα στην οποία είχε μπει.

Η Κόκκινη αδελφή σήκωσε ψηλά ένα ασημένιο κύπελλο και έχυσε ένα ποτάμι δροσερού, καθαρού νερού στο κεφάλι της Νυνάβε. «Πλύθηκες από τις αμαρτίες που ίσως έχεις κάνει», απήγγειλε η Άες Σεντάι, «και από εκείνες που σου έκαναν. Πλύθηκες από τα εγκλήματα, που ίσως έχεις κάνει, και από εκείνα που σου έκαναν. Ήρθες σε μας καθαρή και αγνή, στην καρδιά και στην ψυχή».

Η Νυνάβε ανατρίχιασε, καθώς το νερό κυλούσε στο σώμα της και έσταζε στο πάτωμα.

Η Σέριαμ την πήρε από το χέρι μ’ ένα χαμόγελο ανακούφισης, αλλά η φωνή της Κυράς των Μαθητευομένων δεν έδειχνε καθόλου αγωνία. «Καλά τα πας. Όταν επιστρέφεις σημαίνει ότι πας καλά. Μην ξεχνάς ποιος είναι ο σκοπός σου και θα συνεχίσεις να τα πας καλά». Η κοκκινομάλλα την οδήγησε σε μια άλλη αψίδα γύρω από το τερ’ανγκριάλ.

«Ήταν τόσο πραγματικό», είπε η Νυνάβε ψιθυριστά. Θυμόταν τα πάντα, θυμόταν που διαβίβαζε τη Μία Δύναμη όσο εύκολα σήκωνε και το χέρι. Θυμόταν τον Άγκινορ και εκείνα που ήθελε να της κάνει ο Αποδιωγμένος. Ανατρίχιασε ξανά. «Ήταν πραγματικό;»

«Κανείς δεν ξέρει», αποκρίθηκε η Σέριαμ. «Στη θύμηση μοιάζει πραγματικό, και μερικές βγήκαν με τα σημάδια από πληγές που δέχθηκαν μέσα. Άλλες μέσα κόπηκαν ως το κόκαλο και βγήκαν απείραχτες. Όλα είναι διαφορετικά για κάθε γυναίκα που μπαίνει μέσα. Οι αρχαίοι έλεγαν ότι υπάρχουν πολλοί κόσμοι. Ίσως αυτό το τερ’ανγκριάλ να σε πάει σ’ αυτούς. Αλλά, αν είναι έτσι, το κάνει με υπερβολικά αυστηρούς κανόνες, αν είναι απλώς κάτι για να σε πάει από το ένα μέρος στο άλλο. Πιστεύω ότι δεν είναι πραγματικό. Αλλά, μην ξεχνάς, είτε είναι αληθινό αυτό που συμβαίνει, είτε όχι, ο κίνδυνος είναι πραγματικός, σαν μαχαίρι που κόβει την καρδιά σου».

«Διαβίβασα τη Δύναμη. Ήταν τόσο εύκολο».

Η Σέριαμ σκόνταψε. «Υποτίθεται πως αυτό είναι αδύνατον. Δεν θα έπρεπε καν να θυμάσαι ότι μπορείς να διαβιβάσεις». Περιεργάστηκε τη Νυνάβε. «Αλλά όμως δεν σου πείραζε ούτε τρίχα. Ακόμα νιώθω την ικανότητα μέσα σου, δυνατή όπως πάντα».

«Κάνεις σαν να είναι επικίνδυνο», είπε αργά η Νυνάβε, και η Σέριαμ δίστασε πριν απαντήσει.

«Δεν θεωρείται απαραίτητο να δοθεί προειδοποίηση, εφόσον δεν θα έπρεπε να θυμάσαι, αλλά... Αυτό το τερ’ανγκριάλ βρέθηκε στους Πολέμους των Τρόλοκ. Έχουμε στα αρχεία το φάκελο της εξέτασής του. Η πρώτη αδελφή που μπήκε ήταν προστατευμένη με φυλακτά, όσο πιο δυνατά μπορούσε, εφόσον κανείς δεν ήξερε τι θα έκανε το τερ’ανγκριάλ. Διατήρησε τη μνήμη της, και διαβίβασε τη Μία Δύναμη όταν απειλήθηκε. Και βγήκε με τις ικανότητες της καμένες ολοσχερώς, ανίκανη να διαβιβάσει, ανίκανη ακόμα και να νιώσει την Αληθινή Δύναμη. Η δεύτερη που μπήκε είχε επίσης φυλακτά· κι αυτή επίσης καταστράφηκε με τον ίδιο τρόπο. Η τρίτη πήγε απροστάτευτη, δεν θυμόταν τίποτα εκεί μέσα, και επέστρεψε άθικτη. Αυτός είναι ένας λόγος που σε στέλνουμε εντελώς απροστάτευτη. Νυνάβε, δεν πρέπει να διαβιβάσεις ξανά μέσα στο τερ’ανγκριάλ. Ξέρω ότι είναι δύσκολο να θυμηθείς οτιδήποτε, αλλά προσπάθησε».