Выбрать главу

Η Νυνάβε κούνησε το κεφάλι με απορία. «Μάριν, τη φοβάσαι. Τρέχεις ολόκληρη. Τι σόι γυναίκα είναι; Γιατί ο Κύκλος των Γυναικών διάλεξε τέτοιον άνθρωπο;»

Η Κυρά αλ’Βερ γέλασε πικρά. «Τι να πω, μας είχε σαλέψει. Όταν η Μάβρα Μάλεν θα γύριζε στο Ντέβεν Ράιντ, μια μέρα πριν είχε έρθει η Μαλένα να τη δει και εκείνο το βράδυ μερικά παιδιά αρρώστησαν, και η Μαλένα έμεινε να τα προσέχει, και ύστερα άρχισαν να ψοφούν τα πρόβατα, και η Μαλένα το κανόνισε κι αυτό. Ναι, έμοιαζε φυσικό να τη διαλέξουμε αλλά... Είναι τύραννος, Νυνάβε. Σε αναγκάζει και κάνεις ό,τι θέλει. Σε στριμώχνει μια, σε στριμώχνει δυο, ε στο τέλος είσαι τόσο κουρασμένος, που δεν μπορείς να πεις όχι πια. Κι ακόμα χειρότερα. Έριξε μια στην Άλσμπετ Λούχαν και την ξάπλωσε κατάχαμα».

Στο μυαλό της Νυνάβε εμφανίστηκε η εικόνα της Άλσμπετ και του άντρα της του Χάραλ, που ήταν ο σιδεράς. Σχεδόν τον έφτανε στο μπόι και ήταν γεροδεμένη, αλλά όμορφη. «Η Άλσμπετ βάζει κάτω τον Χάραλ. Δεν μπορώ να το πιστέψω...»

«Η Μαλένα δεν είναι μεγαλόσωμη, αλλά έχει — έχει μέσα της φωτιά, Νυνάβε. Πηγαινοέφερνε την Άλσμπετ σ’ όλο το χωριό, δέρνοντάς την μ’ ένα ραβδί, και όσοι το βλέπαμε δεν κοτούσαμε να τη σταματήσουμε. Όταν το έμαθαν ο Μπραν και ο Χάραλ, είπαν ότι έπρεπε να φύγει, έστω κι αν έμπλεκαν στις δουλειές του Κύκλου των Γυναικών. Νομίζω ότι μερικές στον Κύκλο θα τους άκουγαν, αλλά το ίδιο βράδυ ο Μπραν και ο Χάραλ αρρώστησαν, και πέθαναν ο ένας μια μέρα μετά τον άλλο». Η Μάριν δάγκωσε το χείλος της και κοίταξε τριγύρω στο δωμάτιο, σαν να πίστευε ότι ίσως κρυβόταν κανείς εκεί. Χαμήλωσε τη φωνή της. «Η Μαλένα τους ετοίμασε φάρμακα. Είπε ότι, έστω κι αν την κατέκριναν, ήταν καθήκον της. Είδα... Είδα ότι ανάμεσα σ’ αυτά που είχε πάρει μαζί της, είχε και γκρίζο μάραθο».

Η Νυνάβε άφησε μια κοφτή κραυγή. «Μα... είσαι σίγουρη, Μάριν; Είσαι σίγουρη;» Η άλλη ένευσε, μόρφασε, στα πρόθυρα δακρίων. «Μάριν, αν υποψιαζόσουν ότι αυτή η γυναίκα μπορεί να δηλητηρίασε τον Μπραν, πώς μπόρεσες να μην πας στον Κύκλο;»

«Είπε ότι ο Μπραν και ο Χάραλ δεν περπατούσαν στο Φως», είπε η Μάριν, με χαμηλή, μασημένη φωνή, «έτσι που έβγαζαν λόγια για τη Σοφία. Είπε ότι αυτός ήταν ο λόγος που πέθαναν· το Φως τους εγκατέλειψε. Όλο για την αμαρτία λέει. Είπε ότι ο Πάετ αλ’Κάαρ είχε αμαρτήσει, αφού μιλούσε εναντίον της, μετά απ’ όταν πέθαναν ο Μπραν και ο Χάραλ. Το μόνο που είχε πει ο Πάετ ήταν ότι η Μαλένα δεν ήταν τόσο καλή στη Θεραπεία όσο εσύ, αλλά αυτή ζωγράφισε το Δόντι του Δράκοντα στην πόρτα του, εκεί μπροστά σε όλους, με ένα κάρβουνο στο χέρι. Και τα δύο αγόρια του πέθαναν την ίδια βδομάδα — όταν η μητέρα τους πήγε να τους ξυπνήσει, ήταν πεθαμένοι. Η καημένη η Νέλα. Τη βρήκαμε να τριγυρνά κλαίγοντας και γελώντας μαζί, και να ουρλιάζει ότι ο Πάετ ήταν ο Σκοτεινός και αυτός είχε σκοτώσει τα αγόρια της. Την άλλη μέρα ο Πάετ κρεμάστηκε». Ανατρίχιασε και η φωνή της χαμήλωσε, τόσο που η Νυνάβε δύσκολα την άκουγε. «Έχω τέσσερις κόρες, που ζουν ακόμα στο σπίτι μου. Ζουν, Νυνάβε. Καταλαβαίνεις τι λέω. Ζουν ακόμα, και θέλω να ζήσουν».

Η Νυνάβε ένιωσε παγωνιά ως το κόκαλο. «Μάριν, δεν μπορείς να το αφήσεις έτσι». Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Δείξε αθένος. Έδιωξε τη σκέψη. «Αν ο Κύκλος των Γυναικών σταθεί ενωμένος, μπορείτε να την ξεφορτωθείτε».

«Να σταθούμε ενωμένες μπροστά στη Μαλένα;» Το γέλιο της Μάριν πιο πολύ έμοιαζε με λυγμό. «Όλοι τη φοβόμαστε. Αλλά τα καταφέρνει με τα παιδιά. Αυτό τον καιρό φαίνεται ότι συνέχεια αρρωσταίνουν, αλλά η Μαλένα κάνει ό,τι μπορεί. Σχεδόν κανένας ποτέ δεν πέθανε από αρρώστια, όταν ήσουν Σοφία».

«Μάριν, άκουσέ με. Δεν καταλαβαίνεις γιατί υπάρχουν συνέχεια άρρωστα παιδιά; Αν δεν μπορεί να σας κάνει να τη φοβηθείτε, μπορεί να σας πείσει ότι τη χρειάζεστε για τα παιδιά. Αυτή το κάνει, Μάριν. Όπως το έκανε στον Μπραν».

«Δεν μπορεί», είπε ξεψυχισμένα η Μάριν. «Δεν Θα έκανε τέτοιο πράγμα, στα μικρά».

«Αυτό κάνει, Μάριν». Ο δρόμος της επιστροφής— Η Νυνάβε έπνιξε τη σκέψη δίχως έλεος. «Υπάρχει καμία στον Κύκλο που να μη φοβάται; Κάποια που να ακούσει;»

Η άλλη είπε, «Δεν υπάρχει καμία που να μη φοβάται. Αλλά ίσως ακούσει η Κόριν Αγιέλιν. Αν σ’ ακούσει, ίσως φέρει δυο-τρεις ακόμα. Νυνάβε, αν σε ακούσουν αρκετές στον Κύκλο, θα ξαναγίνεις η Σοφία μας; Νομίζω πως είσαι η μόνη που δεν Θα σκύψει το κεφάλι στη Μαλένα, έστω κι αν ξέρουμε όλες τι γίνεται. Εσύ δεν ξέρεις τι άνθρωπος είναι».

«Θα το κάνω». Ο δρόμος της επιστροφής— Όχι! Αυτοί είναι οι δικοί μου άνθρωποι! «Πάρε το μανδύα σου και πάμε στην Κόριν». Η Μάριν δίσταζε να αφήσει το πανδοχείο και, όταν στο τέλος η Νυνάβε την έβγαλε έξω, προχωρούσε από κατώφλι σε κατώφλι, ζαρώνοντας, στήνοντας αυτί.