Πριν φτάσουν στο σπίτι της Κόριν Αγιέλιν, η Νυνάβε είδε μια ψηλή, λιπόσαρκη γυναίκα, που προχωρούσε με μεγάλες δρασκελιές στην άλλη πλευρά του Πράσινου, πηγαίνοντας προς το πανδοχείο, κόβοντας τις κορφές των αγριόχορτων και χτυπώντας τις με μια χοντρή βέργα από ιτιά. Αν και ήταν κοκαλιάρα, φαινόταν νευρώδης και δυνατή, και έσφιγγε τα χείλη αποφασισμένα. Ο Τσεν Μπούι έτρεχε στο κατόπι της.
«Η Μαλένα». Η Μάριν τράβηξε τη Νυνάβε στο άνοιγμα ανάμεσα σε δυο σπίτια και μίλησε ψιθυριστά, σαν να φοβόταν ότι η άλλη γυναίκα δα την άκουγε εκεί πέρα στο Πράσινο. «Το ήξερα ότι ο Τσεν Θα έτρεχε σ’ αυτήν».
Κάτι έκανε τη Νυνάβε να κοιτάξει πάνω από τον ώμο της. Πίσω της στεκόταν μια ασημένια αψίδα, που απλωνόταν ανάμεσα στα δυο σπίτια, με μια λευκή λάμψη. Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Δείξει σθένος.
Η Μάριν άφησε μια κραυγούλα. «Μας είδε. Το Φως να μας βοηθήσει, έρχεται κατά δω!»
Η ψηλή γυναίκα είχε στρίψει και διέσχιζε το Πράσινο, αφήνοντας τον Τσεν να στέκεται αβέβαιος. Δεν υπήρχε η παραμικρή αβεβαιότητα στο πρόσωπο της Μαλένας. Περπατούσε αργά, σαν να μην είχαν οι άλλες ελπίδα διαφυγής, κι ένα άσπλαχνο χαμόγελο δυνάμωνε με κάθε βήμα.
Η Μάριν τράβηξε τη Νυνάβε από το μανίκι. «Πρέπει να τρέξουμε. Πρέπει να κρυφτούμε. Νυνάβε, έλα. Ο Τσεν θα της έχει πει ποια είσαι. Δεν της αρέσει ούτε να μιλάμε για σένα».
Η ασημένια αψίδα τραβούσε το βλέμμα της Νυνάβε. Ο δρόμος της επιστροφής... Κούνησε δυνατά το κεφάλι, προσπαθώντας να θυμηθεί. Δεν είναι πραγματικό. Κοίταζε τη Μάριν· ο απόλυτος τρόμος παραμόρφωνε το πρόσωπο της. Πρέπει να δείξεις σθένος για να επιζήσεις.
«Σε παρακαλώ, Νυνάβε. Με είδε μαζί σου. Με-εί-δε! Σε παρακαλώ, Νυνάβε!»
Η Μαλένα πλησίασε αμείλικτη. Οι άνθρωποι μου. Η αψίδα έλαμπε. Ο δρόμος της επιστροφής. Δεν είναι πραγματικό.
Μ’ ένα λυγμό, η Νυνάβε τράβηξε το χέρι που της έσφιγγε η Μάριν και όρμηξε στην ασημένια λάμψη.
Η κραυγή της Μάριν την καταδίωξε. «Για την αγάπη του Φωτός, Νυνάβε, βοήθησέ με! ΒΟΗΘΗΣΕ ΜΕ!»
Την τύλιξε η λάμψη.
Η Νυνάβε βγήκε παραπατώντας, κοιτάζοντας απλανώς, σχεδόν χωρίς να αντιλαμβάνεται το θάλαμο ή τις Άες Σεντάι. Ακόμα αντηχούσε στα αυτιά της η τελευταία κραυγή της Μάριν. Δεν αντέδρασε, όταν έχυσαν ξαφνικά κρύο νερό στο κεφάλι της.
«Πλύθηκες από την ψεύτικη περηφάνια. Πλύδηκες από τις ψεύτικες φιλοδοξίες. Ήρθες σε μας καθαρή, στην καρδιά και στην ψυχή». Καθώς η Κόκκινη Άες Σεντάι έκανε πίσω, η Σέριαμ πλησίασε και πήρε τη Νυνάβε από το μπράτσο.
Η Νυνάβε τινάχτηκε και μετά κατάλαβε ποια ήταν. Άρπαζε και με τα δυο χέρια τη Σέριαμ από το κολάρο του φορέματός της. «Πες μου ότι δεν ήταν πραγματικό. Πες μου!»
«Ήταν άσχημα;» Η Σέριαμ της ξεκόλλησε τα χέρια από πάνω της, σαν να είχε συνηθίσει σ’ αυτή την αντίδραση. «Πάντα είναι χειρότερο, και το τρίτο είναι το χειρότερο απ’ όλα».
«Άφησα τη φίλη μου... Άφησα τους ανθρώπους μου... στο Χάσμα του Χαμού για να ξαναγυρίσω». Σε παρακαλώ, Φως μου, μακάρι να μην ήταν πραγματικό. Να μην τις... Πρέπει να κάνω τη Μουαραίν να πληρώσει. Πρέπει να πληρώσει!
«Υπάρχει πάντα λόγος για να μην γυρίσεις, κάτι που θα σε εμποδίσει, ή θα σου αποσπάσει την προσοχή. Αυτό το τερ’ανγκριάλ υφαίνει παγίδες γύρω σου, φτιαγμένες από το ίδιο το μυαλό σου, τις υφαίνει γερές και δυνατές, πιο γερές από ατσάλι και πιο θανάσιμες κι από δηλητήριο. Γι’ αυτό το χρησιμοποιούμε ως δοκιμασία. Πρέπει να θέλεις να γίνεις Άες Σεντάι περισσότερο από κάθε τι άλλο στον κόσμο, τόσο που να αντιμετωπίσεις τα πάντα, που να αφήσεις τα πάντα, για να το κατορθώσεις. Ο Λευκός Πύργος δεν μπορεί να δεχθεί τίποτα λιγότερο. Το απαιτούμε εκ μέρους σου».
«Έχετε μεγάλες απαιτήσεις». Η Νυνάβε κοίταξε την τρίτη αψίδα, καθώς η κοκκινομάλλα Άες Σεντάι την πήγαινε εκεί. Το τρίτο είναι το χειρότερο. «Φοβάμαι», ψιθύρισε. Μπορεί να υπάρχει χειρότερο από αυτό που μόλις έκανα;
«Ωραία», είπε η Σέριαμ. «Ζητάς να γίνεις Άες Σεντάι, να διαβιβάζεις τη Μία Δύναμη. Καμία δεν θα πρέπει να την πλησιάζει δίχως φόβο και δέος. Ο φόβος θα σε κάνει επιφυλακτική· το δέος θα σε κρατήσει ζωντανή». Γύρισε τη Νυνάβε έτσι που να αντικρίσει την αψίδα, αλλά δεν έφυγε αμέσως. «Καμία δεν σ’ αναγκάζει να μπεις και τρίτη φορά, παιδί μου».
Η Νυνάβε έγλειψε τα χείλη. «Αν αρνηθώ, θα με διώξετε από τον Πύργο και δεν θα με αφήσετε ποτέ να ξαναρθώ». Η Σέριαμ ένευσε. «Κι αυτό είναι το χειρότερο». Η Σέριαμ ένευσε πάλι. Η Νυνάβε πήρε μια βαθιά ανάσα. «Είμαι έτοιμη».