«Η τρίτη φορά», απήγγειλε η Σέριαμ με επισημότητα, «είναι γι’ αυτό που θα έρθει. Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Δείξε σθένος».
Η Νυνάβε μπήκε τρέχοντας στην αψίδα.
Έτρεχε γελώντας μέσα στα στροβιλιζόμενα ούννεφα των πεταλούδων, που σηκώνονταν από το λιβάδι στην κορυφή του λόφου· αγριολούλουδα σκέπαζαν όλη την περιοχή μ’ ένα χαλί γεμάτο χρώματα, που έφτανε ως τα γόνατα. Η γκρίζα φοράδα της χοροπηδούσε νευρική στην άκρη του λιβαδιού με τα γκέμια κρεμασμένα και η Νυνάβε σταμάτησε να τρέχει για να μην τρομάξει πιο πολύ το ζώο. Μερικές πεταλούδες κάθισαν στο φόρεμά της, στα κεντητά λουλούδια και τα μαργαριταράκια, κι άλλες πετάρισαν γύρω από τα ζαφείρια και τους σεληνόλιθους στα μαλλιά της, που χύνονταν λυτά στους ώμους.
Κάτω, μπροστά στο λόφο, το διάδημα των Χιλίων Λιμνών απλωνόταν στην πόλη της Μαλκίρ, καθρεφτίζοντας τους Επτά Πύργους, που άγγιζαν τα σύννεφα, και λάβαρα με το Χρυσό Γερανό πετούσαν από τα ύψη τους μέσα στις ομίχλες. Η πόλη είχε χίλιους κήπους, αλλά η Νυνάβε προτιμούσε αυτό τον κήπο στη κορφή του λόφου, που δεν τον φρόντιζε κανείς. Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Δείξε σθένος.
Ο ήχος από οπλές την έκανε να γυρίσει.
Ο αλ’Λαν Μαντράγκοραν, ο Βασιλιάς της Μαλκίρ, πήδηξε από τη ράχη του αλόγου του και την πλησίασε, περνώντας μέσα από τις πεταλούδες, γελώντας. Το πρόσωπο του έδειχνε άνθρωπο σκληρό, αλλά το χαμόγελο που είχε για χάρη της απάλυνε τις τραχιές γραμμές του.
Τον κοίταξε χάσκοντας ξαφνιασμένη, όταν την άρπαξε στην αγκαλιά του και τη φίλησε. Για μια στιγμή, κρεμάστηκε πάνω του, χαμένη, αντιγυρνώντας του το φιλί. Τα πόδια της κρέμονταν μερικές πιθαμές πάνω από το έδαφος, και δεν την ένοιαζε.
Ξαφνικά τον έσπρωξε, το πρόσωπο της αποτραβήχτηκε. «Όχι». Τον έσπρωξε πιο δυνατά. «Άφησέ με. Κατέβασε με». Εκείνος, σαστισμένος, την κατέβασε και τα πόδια της άγγιξαν το χώμα· έκανε πίσω, μακριά του. «Όχι αυτό», είπε. «Δεν μπορώ να το αντιμετωπίσω. Ό,τι άλλο εκτός από αυτό». Σε παρακαλώ, άσε με να τα βάλω πάλι με τον Άγκινορ. Οι μνήμες στροβιλίστηκαν. Άγκινορ; Δεν ήξερε από που είχε έρθει αυτή η σκέψη. Οι μνήμες έγερναν και κλυδωνίζονταν, παρασυρμένα θραύσματα, σαν σπασμένος πάγος σε πλημμυρισμένο ποτάμι. Έψαξε να βρει τα κομμάτια, έψαξε να βρει κάτι να κρατηθεί.
«Είσαι καλά, αγαπημένη μου;» ρώτησε ανήσυχος ο Λαν.
«Μην με λες έτσι! Δεν είμαι η αγάπη σου! Δεν μπορώ να σε παντρευτώ!»
Εκείνος την ξάφνιασε, ρίχνοντας πίσω το κεφάλι και γελώντας τρανταχτά. «Κατά συνέπεια λες ότι δεν είμαστε παντρεμένοι, κάτι που ίσως ταράξει τα παιδιά μας, γυναίκα μου. Και πώς μπορεί να μην είσαι η αγάπη μου; Δεν έχω άλλη, και δεν θέλω άλλη αγάπη».
«Πρέπει να γυρίσω πίσω». Έψαξε απελπισμένα για την αψίδα, βρήκε μονάχα λιβάδι και ουρανό. Πιο γερές από ατσάλι και πιο θανάσιμες κι από δηλητήριο. Ο Λαν. Τα μωρά του Λαν. Φως μου, βοήθησέ με! «Τώρα πρέπει να γυρίσω πίσω».
«Να γυρίσεις πίσω; Πού; Στο Πεδίο του Έμοντ; Αν το επιθυμείς; Θα στείλω γράμματα στη Μοργκέις και θα διατάξω να ετοιμάσουν συνοδεία».
«Μόνη», μουρμούρισε αυτή, ακόμα ψάχνοντας. Πού είναι; Πρέπει να φύγω. «Δεν θα μπλέξω σ’ αυτά. Δεν θα το άντεχα. Όχι αυτό. Πρέπει να φύγω τώρα».
«Πού να μπλέξεις, Νυνάβε; Τι είναι αυτό που δεν αντέχεις; Όχι, Νυνάβε. Εδώ μπορείς να πηγαίνεις μόνη με το άλογό σου, αν θέλεις, αλλά, αν η Βασίλισσα των Μαλκιρινών πήγαινε στο Άντορ δίχως την ακολουθία της, η Μοργκέις θα σκανδαλιζόταν, για να μην πω ότι θα προσβαλλόταν. Δεν θέλεις να την προσβάλλεις, ε; Νόμιζα ότι εσείς οι δυο είστε φίλες».
Η Νυνάβε ένιωσε σαν να την είχαν χτυπήσει στο κεφάλι, πολλές φορές, και ήταν ζαλισμένη. «Βασίλισσα;» είπε διστακτικά. «Έχουμε μωρά;»
«Σίγουρα είσαι καλά; Μου φαίνεται ότι πρέπει να σε πάω στη Σαρίνα Σεντάι».
«Όχι». Ξανά οπισθοχώρησε. «Καμία Άες Σεντάι». Δεν είναι πραγματικό. Αυτή τη φορά δεν θα με παρασύρει. Όχι!
«Πολύ καλά», είπε εκείνος αργά. «Ως σύζυγος μου, πώς μπορεί να μην είσαι Βασίλισσα; Είμαστε Μαλκιρινοί εδώ, όχι νότιοι. Στέφθηκες στους Επτά Πύργους τη στιγμή που ανταλλάσσαμε δαχτυλίδια». Είχε κουνήσει ασυναίσθητα το αριστερό του χέρι· ένα απλό χρυσό δαχτυλίδι ήταν περασμένο στο δείκτη του. Η Νυνάβε κοίταξε το δικό της χέρι, το δαχτυλίδι που ήξερε ότι θα ήταν εκεί· το έσφιξε με το άλλο χέρι, αλλά δεν ήξερε αν το είχε κάνει για να αρνηθεί την παρουσία του ή για να το κρατήσει. «Θυμάσαι τώρα;» συνέχισε ο Λαν. Άπλωσε το χέρι του σαν να ήθελε να της χαϊδέψει το μάγουλο, κι εκείνη έκανε άλλα έξι βήματα πίσω. Αναστέναξε και είπε, «Όπως επιθυμείς, αγάπη μου. Έχουμε τρία παιδιά, αν και μόνο ένα μπορείς να πεις πως είναι ακόμα μωρό. Ο Μάρικ φτάνει σχεδόν ως τους ώμους σου, και δεν μπορεί να αποφασίσει αν αγαπά πιο πολύ τα άλογα ή τα βιβλία. Η Ελνόρ μαθαίνει πώς να κάνει τα αγόρια να γυρνούν το κεφάλι και τις άλλες ώρες ζαλίζει τη Σαρίνα με τα σχέδιά της για να πάει στο Λευκό Πύργο, όταν φτάσει στην κατάλληλη ηλικία».