Выбрать главу

«Ελνόρ ήταν το όνομα της μητέρας μου», είπε η Νυνάβε με απαλή φωνή.

«Αυτό είπες όταν το διάλεξες. Νυνάβε—»

«Όχι. Δεν θα παρασυρθώ αυτή τη φορά. Όχι. Δεν θα παρασυρθώ!» Πιο πέρα του, ανάμεσα στα δέντρα πλάι στο λιβάδι, είδε την ασημένια αψίδα. Προηγουμένως την έκρυβαν τα δέντρα. Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Στράφηκε προς τα κει. «Πρέπει να φύγω». Εκείνος της έπιασε το χέρι και η Νυνάβε ένιωσε σαν να είχαν ριζώσει τα πόδια της στην πέτρα· δεν μπορούσε να αποτραβηχτεί.

«Δεν ξέρω τι σε βασανίζει, γυναίκα μου, αλλά ό,τι κι αν είναι, πες μου και θα το λύσω. Ξέρω ότι δεν ήμουν ο καλύτερος σύζυγος. Ήμουν πολύ τραχύς, αλλά εσύ με μαλάκωσες αρκετά».

«Είσαι ο καλύτερος σύζυγος», μουρμούρισε αυτή. Προς φρίκη της, βρήκε ότι τον θυμόταν ως σύζυγο, ότι θυμόταν γέλια και δάκρυα, πικρούς καυγάδες και γλυκά ξαναφιλιώματα. Οι αναμνήσεις ήταν θολές, αλλά τις ένιωθε να δυναμώνουν, να γίνονται πιο τρυφερές. «Δεν μπορώ». Η αψίδα στεκόταν εκεί, λίγα μόνο μέτρα πιο πέρα. Ο δρόμος της επιστροφής θα έρθει μόνο μία φορά. Δείξε σθένος.

«Δεν ξέρω τι συμβαίνει, Νυνάβε, αλλά νιώθω ότι σε χάνω. Δεν θα το άντεχα αυτό». Ακούμπησε τα μαλλιά της· η Νυνάβε έκλεισε τα μάτια κι έγειρε ακουμπώντας το μάγουλό της στο χέρι του. «Μείνε μαζί μου για πάντα».

«Θέλω να μείνω», είπε εκείνη με απαλή φωνή. «Θέλω να μείνω μαζί σου». Όταν άνοιξε τα μάτια της, η αψίδα είχε χαθεί... θα έρθει μόνο μία φορά. «Όχι. Όχι!»

Ο Λαν της γύρισε το κεφάλι για να τον κοιτάξει. «Τι σε βασανίζει; Πρέπει να μου πεις, αν θέλεις να σε βοηθήσω».

«Αυτό δεν είναι πραγματικό».

«Δεν είναι πραγματικό; Πριν σε γνωρίσω, νόμιζα πως τίποτα δεν ήταν πραγματικό εκτός από το σπαθί. Κοίτα γύρω σου, Νυνάβε. Είναι πραγματικό. Ό,τι θέλεις να γίνει πραγματικό, μπορούμε να το κάνουμε έτσι μαζί, εγώ κι εσύ».

Κοίταξε γύρω της με απορία. Το λιβάδι ήταν ακόμα εκεί. Οι Επτά Πύργοι στέκονταν ακόμα πάνω από τις Χίλιες Λίμνες. Η αψίδα είχε χαθεί, μα τίποτα άλλο δεν έμοιαζε να έχει αλλάξει. Θα μπορούσα να μείνω εδώ. Με τον Λαν. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Οι σκέψεις της γυρνούσαν σαν σβούρα. Τίποτα δεν άλλαζε. Η Εγκουέν είναι μόνη στον Λευκό Πύργο. Ο Ραντ θα διαβιβάσει τη Μία Δύναμη και θα τρελαθεί. Και τι θα απογίνουν ο Ματ και ο Πέριν; Μπορούν να αλλάζουν έστω μια γωνιά της ζωής τους; Και η Μουαραίν, που μας έκανε τις ζωές χίλια κομμάτια, ακόμα τριγυρνά ελεύθερη.

«Πρέπει να γυρίσω πίσω», ψιθύρισε. Μην μπορώντας να αντέξει τον πόνο στο πρόσωπο του, αποτραβήχτηκε μακριά του. Σχημάτισε με προσοχή ένα μπουμπούκι στο μυαλό της, ένα λευκό μπουμπούκι από αγκαθωτή βάτο. Έκανε τα αγκάθια μεγάλα και άγρια, ευχήθηκε να της τρυπούσαν τη σάρκα, ένιωσε σαν να κρεμόταν ήδη ολόκληρη από τα κλαριά της βάτου. Η φωνή της Σέριαμ Σεντάι χόρευε λίγο πιο πέρα από κει που θα την άκουγε, λέγοντάς της ότι ήταν επικίνδυνο να προσπαθήσει να διαβιβάσει τη Δύναμη. Το μπουμπούκι άνοιξε και το σαϊντάρ τη γέμισε φως.

«Νυνάβε, πες μου τι συμβαίνει».

Η φωνή του Λαν της τάραξε την αυτοσυγκέντρωση· αρνήθηκε να την ακούσει. Έπρεπε να υπάρχει ακόμα ο δρόμος του γυρισμού. Κοιτάζοντας το σημείο που ήταν πριν η αψίδα, προσπάθησε να βρει κάποιο ίχνος της. Δεν υπήρχε τίποτα.

«Νυνάβε...»

Προσπάθησε να δει την αψίδα με το νου της, να την πλάσει και να τη σχηματίσει με κάθε λεπτομέρεια, μια καμπύλη από λαμπερό μέταλλο γεμάτη από μια λάμψη, σαν φωτιά σε χιόνι. Της φάνηκε να τρεμουλιάζει εκεί, μπροστά της· στην αρχή ήταν ανάμεσα στην ίδια και στα δέντρα, και μετά δεν υπήρχε, και μετά ήταν πάλι εκεί.

«...σ’ αγαπώ...»

Τράβηξε το σαϊντάρ, πίνοντας τη ροή της Μίας Δύναμης, τόσο που της φάνηκε ότι θα έσκαγε. Τη γέμισε η ακτινοβολία, έλαμψε ολόγυρά της, πόνεσε τα μάτια της. Η κάψα έμοιαζε να την κατακαίει. Η αψίδα που τρεμόσβηνε σταθεροποιήθηκε, σταμάτησε, στάθηκε ολόκληρη εμπρός της. Το σώμα της έμοιαζε γεμάτο από φωτιά και πόνο· ένιωθε τα κόκαλά της να καίγονται, το κρανίο της ήταν σαν βρυχώμενο καμίνι.

«...μ’ όλη μου την καρδιά».

Έτρεξε προς την ασημένια αψίδα, χωρίς να αφήσει τον εαυτό της να κοιτάξει πίσω. Ήταν σίγουρη πως το πιο πικρό πράγμα που θα άκουγε ποτέ θα ήταν η κραυγή για βοήθεια της Μάριν αλ’Βερ, αλλά εκείνο ήταν μέλι πλάι στην αγωνιώδη φωνή του Λαν, που την κατεδίωκε. «Νυνάβε, σε παρακαλώ, μην με αφήνεις».

Έγινε παρανάλωμα της λευκής λάμψης.