Выбрать главу

Η Νυνάβε, γυμνή, βγήκε παραπατώντας από την αψίδα και έπεσε στα γόνατα, με το στόμα μισάνοιχτο, κλαίγοντας, με τα δάκρια να κυλούν στα μάγουλά της. Η Σέριαμ γονάτισε πλάι της. Η Νυνάβε αγριοκοίταξε την κοκκινομάλλα Άες Σεντάι. «Σε μισώ!» κατάφερε να πει άγρια, λαχανιασμένα. «Μισώ όλες τις Άες Σεντάι!»

Η Σέριαμ άφησε ένα μικρό στεναγμό και μετά σήκωσε όρθια τη Νυνάβε. «Παιδί μου, όλες σχεδόν οι γυναίκες που το κάνουν λένε πάνω-κάτω το ίδιο πράγμα. Δεν είναι μικρό πράγμα να σε βάζουν να αντιμετωπίσεις τους φόβους σου. Τι είναι αυτό;» είπε κοφτά, γυρνώντας τις παλάμες της Νυνάβε προς τα πάνω.

Τα χέρια της Νυνάβε τρεμούλιασαν από έναν ξαφνικό πόνο, που δεν είχε νιώσει πριν. Χωμένο σε κάθε παλάμη, ακριβώς στο κέντρο, ήταν ένα μακρύ, μαύρο αγκάθι. Η Σέριαμ τα τράβηξε προσεκτικά· η Νυνάβε ένιωσε τη δροσερή αίσθηση της Θεραπείας με το άγγιγμα της Άες Σεντάι. Όταν βγήκαν και τα δύο αγκάθια, άφησαν μόνο μικρές ουλές και στις δύο πλευρές του χεριού της.

Η Σέριαμ συνοφρυώθηκε. «Δεν θα ’πρεπε να υπάρχουν ουλές. Και πού βρήκες μόνο δύο, βαλμένα με τόση ακρίβεια; Αν είχες πέσει σε βάτο, θα ’πρεπε να είσαι γεμάτη γρατζουνιές και αγκάθια».

«Θα ’πρεπε», συμφώνησε πικρά η Νυνάβε. «Ίσως νόμιζα ότι είχα ήδη πληρώσει αρκετά».

«Πάντα υπάρχει ένα τίμημα», συμφώνησε η Άες Σεντάι. «Έλα τώρα. Πλήρωσες το πρώτο τίμημα. Πάρε αυτό για το οποίο πλήρωσες». Έσπρωξε ελαφρά τη Νυνάβε μπροστά.

Η Νυνάβε συνειδητοποίησε ότι στο θάλαμο υπήρχαν περισσότερες Άες Σεντάι. Ήταν εκεί η Άμερλιν με το ριγέ οράριό της, και δεξιά κι αριστερά της είχε αδελφές από όλα τα Άτζα, που καθεμιά φορούσε το σάλι της, κι όλες κοίταζαν τη Νυνάβε. Αυτή θυμήθηκε τις οδηγίες της Σέριαμ, προχώρησε με ασταθή βήματα και γονάτισε μπροστά στην Άμερλιν. Η Άμερλιν είχε το τελευταίο κύπελλο και το έγειρε αργά πάνω από το κεφάλι της Νυνάβε.

«Πλύθηκες από την Νυνάβε αλ’Μεάρα από το Πεδίο του Έμοντ. Πλύθηκες από όλους τους δεσμούς που σε ενώνουν με τον κόσμο. Ήρθες σε μας πλυμένη, στην καρδιά και στην ψυχή. Είσαι η Νυνάβε αλ’Μεάρα, Αποδεχθείσα του Λευκού Πύργου». Η Άμερλιν έδωσε το κύπελλο σε μια αδελφή και σήκωσε όρθια τη Νυνάβε. «Τώρα αφιερώθηκες σε μας».

Τα μάτια της Άμερλιν έμοιαζαν να έχουν μια σκοτεινή λάμψη. Το τρεμούλιασμα της Νυνάβε δεν είχε σχέση με το ότι ήταν γυμνή και μουσκεμένη.

24

Καινούργιοι Φίλοι και Παλιοί Εχθροί

Η Εγκουέν ακολούθησε την Αποδεχθείσα στους διαδρόμους του Λευκού Πύργου. Οι τοίχοι ήταν κατάλευκοι, σαν το εξωτερικό του πύργου, και τους κάλυπταν ταπισερί και πίνακες· το πάτωμα ήταν από πλακάκια με γεωμετρικά σχήματα. Το λευκό φόρεμα της Αποδεχθείσας ήταν ολόιδιο με το δικό της, με εξαίρεση τις επτά στενές χρωματιστές λωρίδες στον ποδόγυρο και στα μανίκια. Η Εγκουέν έσμιξε τα φρύδια, κοιτάζοντας αυτό το φόρεμα. Η Νυνάβε από την προηγούμενη μέρα φορούσε φόρεμα Αποδεχθείσας και δεν έδειχνε να το χαίρεται πολύ, ούτε αυτό ούτε το χρυσό δαχτυλίδι, ένα φίδι που έτρωγε την ουρά του, το οποίο έδειχνε το επίπεδό της. Τις λίγες φορές που η Εγκουέν είχε καταφέρει να τη δει, τα μάτια της έμοιαζαν γεμάτα σκιές, σαν να είχε δει πράγματα, που ευχόταν μ’ όλη της την καρδιά να μην τα είχε δει.

«Εδώ», είπε απότομα η Αποδεχθείσα, δείχνοντας μια πόρτα. Λεγόταν Πέντρα, ήταν κοντή και νευρώδης, λίγο μεγαλύτερη από τη Νυνάβε, και η φωνή της πάντα ήταν απότομη. «Σου έδωσαν χρόνο, επειδή είναι η πρώτη μέρα σου, αλλά εγώ θα σε περιμένω στο πλυντήριο όταν το γκονγκ χτυπήσει την Υψηλή, ούτε στιγμή αργότερα».

Η Εγκουέν υποκλίθηκε ελαφρά, έπειτα έβγαλε τη γλώσσα στην πλάτη της Αποδεχθείσας που έφευγε. Ίσως να ήταν μονάχα το προηγούμενο απόγευμα που η Σέριαμ είχε βάλει το όνομά της στο βιβλίο των μαθητευομένων, αλλά ήξερε ήδη ότι δεν της άρεσε η Πέντρα. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα.

Το δωμάτιο ήταν απλό και μικρό, με άσπρους τοίχους, και υπήρχε μια νεαρή εκεί, με χρυσοκόκκινα μαλλιά που έπεφταν στους ώμους της, η οποία καθόταν στον ένα από τους δύο σκληρούς πάγκους. Το πάτωμα ήταν γυμνό· οι μαθητευόμενες δεν θα προλάβαιναν να απολαύσουν τα χαλιά, αν υπήρχαν. Η Εγκουέν σκέφτηκε πως η κοπέλα ήταν στην ηλικία της, αλλά είχε μια αξιοπρέπεια και μια αυτοκυριαρχία που την έκανε να φαίνεται μεγαλύτερη. Το απλά φτιαγμένο φόρεμα των μαθητευομένων πάνω της γινόταν κάτι παραπάνω. Κομψό. Αυτό ήταν.

«Το όνομά μου είναι Ηλαίην», είπε. Έγειρε το κεφάλι, μελετώντας την Εγκουέν. «Κι εσύ είσαι η Εγκουέν. Από το Πεδίο του Έμοντ, στους Δύο Ποταμούς». Το είπε σαν να είχε κάποια σημασία αυτό, αλλά συνέχισε αμέσως. «Όταν κάποια έχει περάσει λίγο καιρό εδώ, πάντα της αναθέτουν μια καινούργια μαθητευόμενη για μερικές μέρες, για να τη βοηθήσει να βγάλει κάποια άκρη. Κάθισε, σε παρακαλώ».