Η Εγκουέν πήρε τον άλλο πάγκο, αντίκρυ στην Ηλαίην. «Νόμιζα ότι θα με δίδασκαν οι Άες Σεντάι, τώρα που είμαι επιτέλους μαθητευόμενη. Αλλά το μόνο που έγινε ως τώρα ήταν ότι με ξύπνησε η Πέντρα δυο ολόκληρες ώρες πριν χαράξει και με έβαλε να σκουπίζω τους διαδρόμους. Κι είπε, επίσης, ότι μετά το βραδινό πρέπει να πλύνω τα πιάτα».
Η Ηλαίην έκανε μια γκριμάτσα. «Σιχαίνομαι να πλένω πιάτα. Ποτέ δεν είχε χρειαστεί να — τέλος πάντων, δεν έχει σημασία. Θα εκπαιδευθείς. Και μάλιστα, από δω και πέρα, αυτή την ώρα κάθε μέρα θα είσαι στην εκπαίδευση. Από το πρόγευμα ως την Υψηλή, και μετά από το γεύμα ως την Τρίτη. Αν είσαι ιδιαίτερα γρήγορη, ή ιδιαίτερα αργή, τότε ίσως σε πάρουν από το δείπνο ως την Πλήρη, επίσης, αλλά αυτό είναι συνήθως για περισσότερες αγγαρείες». Τα γαλανά μάτια της Εγκουέν πήραν μια σκεφτική έκφραση. «Γεννήθηκες μ’ αυτό, ε;» Η Εγκουέν ένευσε. «Ναι, μου φάνηκε ότι το ένιωσα. Το ίδιο κι εγώ, μ’ αυτό γεννήθηκα. Μην απογοητευτείς, αν δεν το ήξερες. Θα μάθεις να αισθάνεσαι την ικανότητα στις άλλες. Εγώ είχα το πλεονέκτημα να μεγαλώσω κοντά σε μια Άες Σεντάι».
Η Εγκουέν θέλησε να τη ρωτήσει γι’ αυτό -Ποιες μεγαλώνουν κοντά σε Άες Σεντάι;— αλλά η Ηλαίην συνέχισε.
«Κι επίσης μην απογοητευτείς αν χρειαστείς καιρό για να πετύχεις κάτι. Με τη Μία Δύναμη, θέλω να πω. Ακόμα και τα πιο απλά πράγματα θέλουν χρόνο. Η υπομονή είναι αρετή που πρέπει να μάθεις». Ζάρωσε τη μύτη. «Η Σέριαμ Σεντάι πάντα αυτό λέει και βάζει κι δυνατά της να το μάθουμε. Τρέξε καμιά φορά, αν σου πει να περπατήσεις, και θα σε πάρει αμέσως στο γραφείο της να σου τα ψάλει».
«Έχω ήδη κάνει μερικά μαθήματα», είπε η Εγκουέν, προσπαθώντας να δείξει ταπεινότητα. Ανοίχτηκε για λίγο στο σαϊντάρ —αυτό το στάδιο τώρα ήταν ευκολότερο— και ένιωσε τη ζέστη να ποτίζει το σώμα της. Αποφάσισε να δοκιμάσει το μεγαλύτερο πράγμα που ήξερε να κάνει. Άπλωσε το χέρι της και μια λαμπερή σφαίρα σχηματίστηκε πάνω του, από αγνό φως. Τρεμόπαιζε —ακόμα δεν κατάφερνε να το κρατήσει σταθερό— αλλά ήταν εκεί.
Η Ηλαίην άπλωσε γαλήνια το χέρι της και πάνω από την παλάμη εμφανίστηκε μια μπάλα φωτός. Και η δική της, επίσης, τρεμόπαιζε.
Μετά από μια στιγμή, ένα αμυδρό φως φάνηκε ολόγυρα στην Ηλαίην. Η Εγκουέν άφησε μια κραυγούλα και η μπάλα της εξαφανίστηκε.
Η Ηλαίην ξαφνικά χαχάνισε και το φως της έσβησε, τόσο η σφαίρα όσο και το φως γύρω της. «Το είδες γύρω μου;» είπε ενθουσιασμένη. «Εγώ το είδα γύρω σου. Η Σέριαμ Σεντάι είχε πει ότι κάποια στιγμή θα το δω. Αυτή ήταν η πρώτη φορά. Και για σένα;»
Η Εγκουέν ένευσε, γελώντας μαζί με την άλλη κοπέλα. «Μου αρέσεις. Νομίζω ότι θα γίνουμε φίλες».
«Κι εγώ το νομίζω, Εγκουέν. Είσαι από τους Δύο Ποταμούς, από το Πεδίο του Έμοντ. Ξέρεις ένα αγόρι που λέγεται Ραντ αλ’Θορ;»
«Τον ξέρω». Ξαφνικά η Εγκουέν θυμήθηκε μια ιστορία που είχε πει ο Ραντ, μια ιστορία που δεν την είχε πιστέψει· πως είχε πέσει από έναν τοίχο σ’ έναν κήπο, κι εκεί είχε συναντήσει... «Είσαι η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ», είπε με κομμένη την ανάσα.
«Ναι», είπε απλά η Ηλαίην. «Αν η Σέριαμ Σεντάι άκουγε ότι το ανέφερα έστω, θα με έσερνε την ίδια στιγμή στο γραφείο της».
«Όλοι λένε για το γραφείο της Σέριαμ. Ακόμα και οι Αποδεχθείσες. Τόσο άγρια σας μαλώνει; Μου φαίνεται καλοσυνάτη γυναίκα».
Η Ηλαίην κοντοστάθηκε, και όταν άνοιξε το στόμα της, μίλησε αργά, κοιτάζοντας την Εγκουέν κατάματα. «Έχει μια βέργα από ιτιά πάνω στο γραφείο. Λέει ότι, αν δεν μάθεις να ακολουθείς τους κανόνες με πολιτισμένο τρόπο, θα σου τους μάθει αλλιώς. Υπάρχουν τόσοι πολλοί κανόνες για ας μαθητευόμενες, που είναι δύσκολο να μην παραβείς κάποιους», κατέληξε.
«Μα αυτό είναι — είναι φρικιό! Δεν είμαι παιδί, ούτε κι εσύ. Δεν δέχομαι να μου φέρονται έτσι».
«Μα, είμαστε παιδιά. Οι Άες Σεντάι, τα πλήρη μέλη της αδελφότητας, είναι οι ώριμες γυναίκες. Οι Αποδεχθείσες είναι οι κοπέλες, αρκετά μεγάλες για να τις εμπιστεύονται χωρίς να τις έχουν συνέχεια από κοντά. Και οι μαθητευόμενες είναι τα παιδιά, που τα προστατεύουν και τα φροντίζουν, τα καθοδηγούν για να πάνε εκεί που πρέπει, και τα τιμωρούν, όταν κάνουν αυτό που δεν πρέπει. Έτσι το εξηγεί η Σέριαμ. Καμία δεν θα σε τιμωρήσει για τα μαθήματα σου, εκτός αν δοκιμάσεις κάτι που σου είπαν να μην το κάνεις. Μερικές φορές είναι δύσκολο να μην το προσπαθήσεις· θα δεις ότι θα θέλεις να διαβιβάζεις όσο και να ανασαίνεις. Αλλά, αν σπάσεις πολλά πιάτα, επειδή ονειροπολείς τη στιγμή που θα έπρεπε να τα πλένεις, αν είσαι ασεβής προς κάποια Αποδεχθείσα, αν φύγεις από τον Πύργο δίχως άδεια, αν μιλήσεις σε μια Άες Σεντάι πριν σου μιλήσει αυτή, αν... Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να κάνεις όσο μπορείς το καλύτερο. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνεις».