Выбрать главу

«Να θελήσουμε να φύγουμε, αυτό φαίνεται ότι πάνε να μας κάνουν», διαμαρτυρήθηκε η Εγκουέν.

«Όχι, μα, από την άλλη μεριά, ναι. Εγκουέν, υπάρχουν μόνο σαράντα μαθητευόμενες στον Πύργο. Μόνο σαράντα, και το πολύ επτά ή οκτώ θα γίνουν Αποδεχθείσες. Η Σέριαμ Σεντάι λέει ότι δεν φτάνουν. Λέει ότι δεν υπάρχουν αρκετές Άες Σεντάι τώρα για να κάνουν αυτό που πρέπει να γίνει. Αλλά ο Πύργος δεν θα χαλαρώσει τις απαιτήσεις του, δεν μπορεί να το κάνει. Οι Άες Σεντάι δεν μπορούν να πάρουν μια γυναίκα ως αδελφή αν δεν έχει την ικανότητα, και τη δύναμη, και την επιθυμία. Δεν μπορούν να δώσουν το σάλι και το δαχτυλίδι σε κάποια που δεν μπορεί να διαβιβάσει καλά τη Δύναμη, που αφήνει τις άλλες να της επιβληθούν, που δα γυρίσει την πλάτη όταν δυσκολέψει η κατάσταση. Η διαβίβαση είναι θέμα της εκπαίδευσης και των δοκιμασιών, και όσο για τη δύναμη και την Επιθυμία... Αν θελήσεις να φύγεις, θα σε αφήσουν. Από τη στιγμή που θα ξέρεις αρκετά για να μη σε σκοτώσει η άγνοιά σου».

«Νομίζω πως η Σέριαμ μας είπε κάτι γι’ αυτά», είπε η Εγκουέν αργά. «Δεν είχα σκεφτεί όμως ότι δεν υπάρχουν αρκετές Άες Σεντάι».

«Έχει μια θεωρία. Λέει ότι ξεσκαρτάραμε την ανθρωπότητα. Ξέρεις τι είναι το ξεσκαρτάρισμα; Που βγάζεις από το κοπάδι τα ζώα που έχουν ανεπιθύμητα χαρακτηριστικά;» Η Εγκουέν ένευσε ανυπόμονα· δεν υπήρχε κανείς που να έχει μεγαλώσει κοντά σε πρόβατα χωρίς να ξέρει για το ξεσκαρτάρισμα του κοπαδιού. «Η Σέριαμ Σεντάι λέει ότι έτσι που το Κόκκινο Άτζα κυνηγά εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια τους άνδρες που μεταβιβάζουν, ξεσκαρτάρουμε από όλους μας την ικανότητα να διαβιβάζουμε. Αν ήμουν στη θέση σου, δεν θα το έλεγα σε καμιά Κόκκινη. Η Σέριαμ Σεντάι έχει τσακωθεί πολλές φορές γι’ αυτό, κι εμείς δεν είμαστε παρά μαθητευόμενες».

«Λεν θα το πω».

Η Ηλαίην έκανε μια παύση, και ύστερα είπε, «Είναι καλά ο Ραντ;»

Η Εγκουέν ένιωσε ένα ξαφνικό σούβλισμα ζήλιας —η Ηλαίην ήταν πολύ όμορφη— αλλά πιο δυνατός ήταν ο φόβος που την άρπαξε. Ξανάφερε στο νου της τα λίγα που ήξερε για τη μοναδική συνάντηση του Ραντ με την Κόρη-Διάδοχο, και ανακουφίστηκε: δεν υπήρχε περίπτωση να ξέρει η Ηλαίην ότι ο Ραντ μπορούσε να διαβιβάζει.

«Εγκουέν;»

«Αναλόγως, καλά είναι». Ελπίζω να είναι καλά, ο χοντροκέφαλος. «Την τελευταία φορά που τον είδα, ήταν στ’ άλογα μαζί με κάτι Σιναρανούς στρατιώτες».

«Σιναρανούς! Μου είχε πει πως είναι βοσκός». Κούνησε το κεφάλι. «Τις πιο παράξενες στιγμές ανακαλύπτω ότι τον σκέφτομαι. Η Ελάιντα πιστεύει πως για κάποιο λόγο είναι σημαντικός. Δεν το είπε έτσι καθαρά, αλλά είχε διατάξει να ψάξουν γι’ αυτόν και έγινε έξω φρενών όταν έμαθε ότι είχε φύγει από το Κάεμλυν».

«Η Ελάιντα;»

«Η Ελάιντα Σεντάι. Σύμβουλος της μητέρας μου. Είναι του Κόκκινου Άτζα, αλλά όμως η μητέρα φαίνεται να τη συμπαθεί».

Η Εγκουέν ένιωσε το στόμα της να ξεραίνεται. Του Κόκκινου Άτζα, και την ενδιαφέρει ο Ραντ. «Δεν — δεν ξέρω πού είναι τώρα. Έφυγε από το Σίναρ και δεν νομίζω να επιστρέψει».

Η Ηλαίην την κοίταξε κατάματα. «Εγκουέν, αν το ήξερα, δεν θα έλεγα στην Ελάιντα πού να τον βρει. Ο Ραντ, απ’ ό,τι ξέρω, δεν έχει κάνει τίποτα κακό, και φοβάμαι πως η Ηλαίην θέλει με κάποιον τρόπο να τον εκμεταλλευτεί. Τέλος πάντων, έχω να τη δω από τη μέρα που φτάσαμε, με Λευκομανδίτες να μας ακολουθούν από κοντά. Ακόμα είναι στρατοπεδευμένοι στην πλαγιά του Όρους του Δράκοντα». Ξαφνικά, πήδηξε όρθια. «Ας πούμε για πιο ευχάριστα πράγματα. Υπάρχουν άλλες δύο εδώ πέρα που ξέρουν τον Ραντ και θα ήθελα να συναντήσεις μία». Πήρε την Εγκουέν από το χέρι και την έβγαλε τραβώντας από το δωμάτιο.

«Δύο κοπέλες; Ο Ραντ φαίνεται να γνωρίζει πολλές κοπέλες».

«Μμμμ;» Ενώ ακόμα τραβούσε την Εγκουέν στο διάδρομο, η Ηλαίην γύρισε και την περιεργάστηκε. «Ναι. Ε. Η μία είναι ένα μυξιάρικο, μια τεμπέλα, που τη λένε Έλσε Γκρίνγουελ. Δεν νομίζω να κάτσει καιρό εδώ. Αμελεί τις δουλειές της και συνέχεια ξεγλιστράει για να δει τους Πρόμαχους να εξασκούνται στην ξιφομαχία. Λέει ό,τι ο Ραντ ήρθε στο αγρόκτημα του πατέρα της, μαζί με έναν φίλο του. Τον Ματ. Φαίνεται ότι της γέμισαν τα μυαλά με ιδέες για τον έξω κόσμο και το έσκασε για να γίνει Άες Σεντάι».

«Άνδρες», μουρμούρισε η Εγκουέν. «Χόρεψα μερικούς χορούς με ένα καλό παιδί και ο Ραντ κατέβασε τα μούτρα του, σαν σκυλί με πονεμένο δόντι, αλλά αυτός —» Σταμάτησε να μιλά, καθώς ένας άνδρας έβγαινε στο διάδρομο μπροστά τους. Και η Ηλαίην σταμάτησε πλάι της και έσφιξε το χέρι της Εγκουέν.

Λεν φαινόταν τίποτα πάνω του που να προκαλεί ανησυχία, πέρα από το ξαφνικό της εμφάνισής του. Ήταν ψηλός και ωραίος, σχεδόν μεσήλικας, με μακριά, μελαχρινά και κατσαρά μαλλιά, αλλά οι ώμοι του καμπούριαζαν και τα μάτια του ήταν θλιμμένα. Δεν πλησίασε την Εγκουέν και την Ηλαίην, απλώς στάθηκε εκεί, κοιτάζοντάς τις, ώσπου φάνηκε στο πλευρό του μια Αποδεχθείσα.