«Δεν πρέπει να έρχεσαι εδώ», του είπε, με κάποια καλοσύνη.
«Ήθελα να περπατήσω». Η φωνή του ήταν βαθιά, και θλιμμένη σαν τα μάτια του.
«Μπορείς να περπατήσεις στον κήπο, που έπρεπε να είσαι. Η λιακάδα θα σου κάνει καλό».
Ο άνδρας άφησε ένα πικρό γέλιο. «Με δυο και τρεις από σας να παρακολουθείτε την κάθε μου κίνηση; Απλώς φοβάστε μήπως βρω μαχαίρι». Βλέποντας το ύφος της Αποδεχθείσας, γέλασε ξανά. «Για μίνα, γυναίκα. Για μένα. Οδήγησέ με στον κήπο και στα αδιάκοπα βλέμματά σας».
Η Αποδεχθείσα τον άγγιξε ελαφρά στο μπράτσο και τον οδήγησε πέρα.
«Ο Λογκαίν», είπε η Ηλαίην, όταν ο άνδρας είχε φύγει.
«Ο ψεύτικος Δράκοντας!»
«Τον ειρήνεψαν, Εγκουέν. Τώρα δεν είναι πιο επικίνδυνος απ’ όσο ο κάθε άνδρας. Αλλά θυμάμαι που τον είχα δει την άλλη φορά, όταν είχαν χρειαστεί έξι Άες Σεντάι για να τον εμποδίσουν να χειριστεί τη Μία Δύναμη και να μας αφανίσει όλους». Ανατρίχιασε.
Το ίδιο και η Εγκουέν. Αυτό θα έκαναν οι Κόκκινες Άτζα στον Ραντ.
«Πάντα πρέπει να τους ειρηνεύουν;» ρώτησε. Η Ηλαίην την κοίταζε με το στόμα ορθάνοιχτο, και η Εγκουέν πρόσθεσε βιαστικά, «Να, σκέφτομαι ότι οι Άες Σεντάι θα μπορούσαν να βρουν κάποιον άλλο τρόπο να τους αντιμετωπίσουν. Η Ανάγια και η Μουαραίν είχαν πει ότι οι μεγαλύτεροι άθλοι της Εποχής των Θρύλων είχαν χρειαστεί άνδρες και γυναίκες που δούλευαν μαζί, με τη Δύναμη. Απλώς σκέφτηκα ότι θα μπορούσαν να βρουν τρόπο».
«Ε λοιπόν, μην σε ακούσει καμιά Κόκκινη αδελφή να κάνεις τέτοιες σκέψεις. Εγκουέν, δοκίμασαν. Τριακόσια χρόνια μετά το χτίσιμο του Λευκού Πύργου δοκίμαζαν. Τα παράτησαν, επειδή δεν βρέθηκε τίποτα. Έλα. Θέλω να γνωρίσεις τη Μιν. Δόξα στο Φως, δεν είναι στον κήπο που πηγαίνει ο Λογκαίν».
Το όνομα φάνηκε κάπως γνώριμο στην Εγκουέν και, όταν είδε τη νεαρή γυναίκα, κατάλαβε γιατί. Υπήρχε ένα στενό ρυάκι στον κήπο, με μια χαμηλή πέτρινη γέφυρα, και η Μιν καθόταν σταυροπόδι στον τοίχο της γέφυρας. Φορούσε ανδρικό στενό παντελόνι και φαρδύ πουκάμισο, και έτσι που είχε τα μελαχρινά μαλλιά της κομμένα κοντά, μπορούσε σχεδόν να περάσει για αγόρι, αν και ασυνήθιστα όμορφο. Ένας γκρίζος μανδύας κειτόταν πλάι της στο πεζούλι.
«Σε ξέρω», είπε η Εγκουέν. «Δούλευες στο πανδοχείο στο Μπάερλον». Μια αύρα χάιδεψε το νερό κάτω από τη γέφυρα, ενώ τα γκριζοπούλια κελαηδούσαν στα δέντρα του κήπου.
Η Μιν χαμογέλασε. «Κι εσύ ήσουν μια από κείνους που έφεραν εκεί τους Σκοτεινόφιλους και το έκαψαν ολόκληρο. Μπα, μην ξεσηκώνεσαι. Ο αγγελιοφόρος που ήρθε να με πάρει, έφερε τόσο χρυσάφι, που ο Αφέντης Φιτς το ξαναχτίζει διπλό απ’ όσο ήταν. Καλή σου μέρα, Ηλαίην. Δεν ιδρώνεις στα μαθήματά σου; Ή στις κατσαρόλες σου;» Μίλησε πειραχτικά, όπως οι φίλες μεταξύ τους, κάτι που απέδειξε το χαμόγελο της Ηλαίην.
«Βλέπω ότι η Σέριαμ ακόμα δεν κατάφερε να σου φορέσει φουστάνι»
Η Μιν γέλασε δαιμονικά. «Δεν είμαι μαθητευόμενη». Έκανε τη φωνή της ψιλή. «Μάλιστα, Άες Σεντάι. Όχι, Άες Σεντάι. Μπορώ να σκουπίσω άλλο ένα πάτωμα, Άες Σεντάι; Εγώ», είπε ξαναβρίσκοντας τη φυσιολογική, βαθιά φωνή της, «φοράω ό,τι μου καπνίσει». Στράφηκε στην Εγκουέν. «Είναι καλά ο Ραντ;»
Το στόμα της Εγκουέν σφίχτηκε. Ο Ραντ θα ’πρεπε να φορά κέρατα τράγου, σαν Τρόλοκ, σκέφτηκε θυμωμένα. «Λυπήθηκα που το πανδοχείο σου έπιασε φωτιά και χαίρομαι που ο Αφέντης Φιτς μπόρεσε να το ξαναχτίσει. Γιατί ήρθες στην Ταρ Βάλον; Είναι φανερό ό,τι δεν σκοπεύεις να γίνεις Άες Σεντάι». Η Μιν σήκωσε ένα φρύδι και η Εγκουέν ένιωσε σίγουρη ότι το έβρισκε αστείο.
«Τον συμπαθεί», εξήγησε η Ηλαίην.
«Το ξέρω». Η Μιν έριξε μια ματιά στην Εγκουέν, και για μια στιγμή της Εγκουέν της φάνηκε πως είδε θλίψη —ή μεταμέλεια;— στα μάτια της. «Είμαι εδώ», είπε μαζεμένα η Μιν, «επειδή ήρθαν να με πάρουν, και μου είπαν να διαλέξω αν θα ερχόμουν καβάλα ή δεμένη στο σακί».
«Όλο τα παραφουσκώνεις», είπε η Ηλαίην. «Η Σέριαμ Σεντάι είδε το γράμμα και λέει ότι ήταν απλώς ένα αίτημα. Η Μιν βλέπει πράγματα, Εγκουέν. Γι’ αυτό είναι εδώ· για να μελετήσουν οι Άες Σεντάι πώς το κάνει. Δεν είναι η Δύναμη».
«Αίτημα», ξεφύσηξε η Μιν. «Όταν μια Άες Σεντάι αιτείται την παρουσία σου, είναι σαν διαταγή από βασίλισσα, με εκατό στρατιώτες για να την επιβάλουν».
«Όλοι βλέπουν πράγματα», είπε η Εγκουέν.
Η Ηλαίην κούνησε το κεφάλι. «Όχι όπως η Μιν. Βλέπει... αύρες γύρω από τους ανθρώπους. Και εικόνες».
«Όχι πάντα», είπε η Μιν. «Όχι γύρω απ’ όλους».
«Και απ’ αυτά μπορεί να διαβάσει πράγματα για σένα, αν και δεν ξέρω αν πάντα λέει την αλήθεια. Είπε ότι θα αναγκαστώ να μοιραστώ τον άνδρα μου με άλλες δύο γυναίκες, αλλά εγώ ποτέ δεν θα το ανεχόμουν. Γέλασε και είπε ότι ούτε και η ίδια πίστευε πιο πριν ότι αυτή ήταν η καλύτερη λύση. Αλλά έχει πει ότι θα γινόμουν βασίλισσα πριν μάθει ποια ήμουν· είπε ότι είδε ένα στέμμα, κι ήταν το Ρόδινο Στέμμα του Άντορ».