Άθελά της, η Εγκουέν ρώτησε, «Τι βλέπεις όταν με κοιτάς;»
Η Μιν γύρισε το βλέμμα πάνω της. «Μια λευκή φλόγα, και... Α, λογής-λογής πράγματα. Δεν ξέρω τι σημαίνουν».
«Όλο αυτό λέει», είπε ξερά η Ηλαίην. «Κάτι που είπε ότι είδε σε μένα ήταν ένα κομμένο χέρι. Δεν ήταν δικό μου, είπε. Δεν ξέρει τι σημαίνει ούτε κι αυτό, έτσι ισχυρίζεται».
«Επειδή δεν ξέρω», είπε η Μιν. «Τα μισά απ’ αυτά, δεν ξέρω τι σημαίνουν».
Ακούστηκαν μπότες να τρίζουν στο δρομάκι και οι τρεις κοπέλες γύρισαν και είδαν δύο νεαρούς, που είχαν τα πουκάμισα και τα πανωφόρια τους ριγμένα στα χέρια, και προχωρούσαν και οι δύο με το στέρνο γυμνό και το σπαθί θηκαρωμένο. Η Εγκουέν βρέθηκε να κοιτάζει τον πιο ωραίο άνδρα που είχε δει ποτέ της. Ήταν ψηλός και λεπτός, αλλά με σφιχτό κορμί και προχωρούσε με χάρη αιλουροειδούς. Ξαφνικά, κατάλαβε ότι ο νεαρός έσκυβε το κεφάλι πάνω από το χέρι της —δεν τον είχε νιώσει καν να το σφίγγει με το δικό του— και έψαξε στο νου της για να βρει το όνομα που είχε ακούσει.
«Γκάλαντ», μουρμούρισε η Εγκουέν. Τα μαύρα μάτια του κοίταξαν τα δικά της. Ήταν μεγαλύτερός της. Μεγαλύτερος από τον Ραντ. Όταν σκέφτηκε τον Ραντ, τινάχτηκε και συνήλθε.
«Κι εγώ είμαι ο Γκάγουιν» —ο άλλος νεαρός χαμογέλασε πλατιά— «μιας και νομίζω ότι δεν το άκουσες πριν». Και η Μιν επίσης χαμογελούσε, και μόνο η Ηλαίην κατσούφιαζε.
Η Εγκουέν, ξαφνικά, θυμήθηκε το χέρι της, που το κρατούσε ακόμα ο Γκάλαντ, και το τράβηξε.
«Αν το έπιτρέπουν τα καθήκοντά σου», είπε ο Γκάλαντ, «θα ήθελα να σε ξαναδώ, Εγκουέν. Θα μπορούσαμε να κάνουμε έναν περίπατο, ή, αν πάρεις άδεια για να βγεις από τον Πύργο, να πάμε μια εκδρομούλα έξω από την πόλη».
«Θα — θα ήταν ωραίο». Ένιωθε αμήχανη με την παρουσία των άλλων — η Μιν και ο Γκάγουιν ακόμα χαμογελούσαν πλατιά και η Ηλαίην ήταν ακόμα κατσουφιασμένη. Προσπάθησε να ηρεμήσει, να σκεφτεί τον Ραντ. Είναι τόσο... όμορφος. Τινάχτηκε, φοβούμενη μήπως το είχε πει δυνατά.
«Εις το επανιδείν». Ο Γκάλαντ τελικά πήρε το βλέμμα του από πάνω της και στράφηκε στην Ηλαίην. «Αδελφή». Προχώρησε στη γέφυρα, λυγερός σαν λεπίδα.
«Αυτός», μουρμούρισε η Μιν, ακολουθώντας τον με το βλέμμα, «θα κάνει πάντα το σωστό. Όποιον κι αν πονέσει».
«Αδελφή;» είπε η Εγκουέν. Το κατσούφιασμα της Ηλαίην είχε υποχωρήσει ελάχιστα. «Νόμιζα ότι σου ήταν ο... Θέλω να πω, έτσι που συννέφιασες...» Της είχε φανεί πως η Ηλαίην ζήλευε, και ακόμα δεν ήταν σίγουρη.
«Δεν είμαι αδελφή του», είπε αποφασιστικά η Ηλαίην. «Αρνούμαι να είμαι η αδελφή του».
«Ο πατέρας μας ήταν ο πατέρας του», είπε ξερά ο Γκάγουιν. «Δεν μπορείς να το αρνηθείς, εκτός αν θέλεις να πεις τη μητέρα μας ψεύτρα, κι αυτό νομίζω πως θα χρειαζόταν περισσότερο θάρρος απ’ όσο έχουμε κι οι δυο μαζί».
Η Εγκουέν συνειδητοποίησε μόλις τώρα ότι ο Γκάγουιν είχε τα ίδια χρυσοκόκκινα μαλλιά με την Ηλαίην, αν και τα δικά του είχαν σκουρύνει και κατσαρώσει από τον ιδρώτα.
«Η Μιν έχει δίκιο», είπε η Ηλαίην. «Ο Γκάλαντ δεν έχει μέσα του την παραμικρή στάλα ανθρωπιάς. Βλέπει το σωστό ανώτερο από το έλεος, τον οίκτο, το... Δεν είναι πιο ανθρώπινος από τους Τρόλοκ».
Στα χείλη του Γκάγουιν άνθισε πάλι το χαμόγελο. «Όσο γι’ αυτό, δεν ξέρω. Αν κρίνω από τον τρόπο που κοίταζε την Εγκουέν εδώ». Είδε το βλέμμα της και το βλέμμα της αδελφής του και σήκωσε τα χέρια, σαν να ήθελε να τις αποκρούσει με το θηκαρωμένο σπαθί του. «Εκτός αυτού, στο σπαθί είναι ο καλύτερος που έχω δει ποτέ. Αρκεί να του δείξει κάτι μια φορά ένας Πρόμαχος και το έχει μάθει. Εγώ πεθαίνω στον ιδρώτα για να μάθω τα μισά απ’ αυτά που μαθαίνει ο Γκάλαντ χωρίς κόπο».
«Και αρκεί να είναι κανείς καλός στο σπαθί;» είπε η Ηλαίην. «Άνδρες! Εγκουέν, όπως ίσως μάντεψες, αυτός ο ξεδιάντροπα ξέντυτος χοντροκέφαλος είναι ο αδελφός μου. Γκάγουιν, η Εγκουέν ξέρει τον Ραντ αλ’Θορ. Είναι από το ίδιο χωριό».
«Ναι; Στ’ αλήθεια γεννήθηκε στους Δύο Ποταμούς, Εγκουέν;»
Η Εγκουέν βίασε τον εαυτό της να νεύσει ατάραχα. Τι ξέρει; «Φυσικά, εκεί γεννήθηκε. Μαζί μεγαλώσαμε».
«Φυσικά», είπε αργά ο Γκάγουιν. «Τι παράξενος τύπος. Βοσκός, είπε, αν και ούτε έμοιαζε ούτε φερόταν σαν τους βοσκούς που έχω δει. Παράξενο. Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους που συνάντησαν τον Ραντ αλ’Θορ. Μερικοί δεν ξέρουν καν το όνομά του, αλλά η περιγραφή δεν μπορεί να ανήκει σε άλλον, και έχει αλλάξει τις ζωές τους. Ήταν ένας γέρος αγρότης, που ήρθε στο Κάεμλυν μόνο για να δει τον Λογκαίν, όταν είχαν περάσει από κει φέρνοντάς τον εδώ· αλλά ο αγρότης έμεινε για να πάρει το μέρος της μητέρας, όταν άρχισαν οι ταραχές. Εξαιτίας ενός νεαρού που πήγε να δει τον κόσμο, που τον έκανε να σκεφτεί πως ο κόσμος είχε κι άλλα πράγματα πέρα από το αγρόκτημά του. Ο Ραντ αλ’Θορ. Θα ’λεγε κανείς πως είναι τα’βίρεν. Η Ελάιντα δείχνει ενδιαφέρον γι’ αυτόν. Αναρωτιέμαι αν η γνωριμία μας μαζί του θα αλλάξει τη δική μας ζωή στο Σχήμα».