Η Εγκουέν κοίταξε την Ηλαίην και τη Μιν. Ήταν σίγουρη πως δεν είχαν την παραμικρή υποψία ότι ο Ραντ ήταν πράγματι τα’βίρεν. Αυτό δεν το είχε ξανασκεφτεί άλλοτε· ήταν ο Ραντ, και είχε αυτή την κατάρα, την ικανότητα να διαβιβάζει. Αλλά οι τα’βίρεν άλλαζαν τους ανθρώπους, είτε ήθελαν να αλλάξουν, είτε όχι. «Στ’ αλήθεια μου αρέσετε», είπε ξαφνικά, με μια κίνηση του χεριού προς τις δύο κοπέλες. «Θέλω να γίνω φίλη σας».
«Κι εγώ θέλω να γίνω φίλη σου», είπε η Ηλαίην.
Η Εγκουέν την αγκάλιασε αυθόρμητα, και τότε η Μιν πήδηξε κάτω και στάθηκαν οι τρεις τους εκεί στη γέφυρα, αγκαλιάζοντας η μια την άλλη.
«Εμείς οι τρεις είμαστε ενωμένες», είπε η Μιν, «και δεν μπορούμε να αφήσουμε κάποιον άνδρα να μπει ανάμεσα μας. Ούτε καν αυτόν».
«Μήπως θα ήθελε κάποια να μου πει περί τίνος πρόκειται;» ρώτησε ευγενικά ο Γκάγουιν.
«Δεν θα καταλάβεις», είπε η αδελφή του, και τα τρία κορίτσια ξέσπασαν σε γέλια.
Ο Γκάγουιν έξυσε το κεφάλι του, ύστερα το κούνησε. «Λοιπόν, αν έχει να κάνει με τον Ραντ αλ’Θορ, προσέξτε μην ακούσει τίποτα η Ελάιντα. Τρεις φορές από τότε που φτάσαμε, έπεσε πάνω μου σαν Λευκομανδίτης Ιεροεξεταστής. Λεν νομίζω ότι οι προθέσεις της είναι—» Τινάχτηκε· μια γυναίκα διέσχιζε τον κήπο, μια γυναίκα που φορούσε σάλι με κόκκινα κρόσσια. «‘Μίλα για τον Σκοτεινό’», είπε, επαναλαμβάνοντας το ρητό, «‘και θα τον δεις μπροστά σου’. Δεν θέλω να τ’ ακούσω πάλι, επειδή έβγαλα το πουκάμισο χωρίς να είμαι στους χώρους εξάσκησης. Καλήν ημέρα σε όλες σας».
Η Ελάιντα, καθώς ερχόταν στη γέφυρα, έριξε μια ματιά στον Γκάγουιν που έφευγε. Η Εγκουέν σκέφτηκε πως ήταν εμφανίσιμη χωρίς να είναι όμορφη, αλλά η αγέραστη όψη τη χαρακτήριζε, όπως το σάλι της. Όταν το βλέμμα της πέρασε από την Εγκουέν, σταματώντας μόνο για μια στιγμή, η Εγκουέν ξαφνικά είδε μια σκληράδα στην Άες Σεντάι. Πάντα θεωρούσε τη Μουαραίν δυνατή, ατσάλι κάτω από μετάξι, αλλά η Ελάιντα είχε ξεφορτωθεί το μετάξι.
«Ελάιντα», είπε η Ηλαίην, «αυτή είναι η Εγκουέν. Γεννήθηκε κι αυτή με το σπόρο μέσα της. Και έχει ήδη κάνει μερικά μαθήματα, έτσι είναι προχωρημένη σχεδόν όσο κι εγώ. Ελάιντα;»
Το πρόσωπο της Άες Σεντάι ήταν ανέκφραστο και δεν φανέρωνε τίποτα. «Στο Κάεμλυν, παιδί μου, είμαι σύμβουλος της Βασίλισσας μητέρας σου, αλλά εδώ είναι Λευκός Πύργος κι εσύ μαθητευόμενη». Η Μιν έκανε να φύγει, όμως η Ελάιντα τη σταμάτησε, λέγοντας κοφτά, «Στάσου, κορίτσι μου. Θέλω να σου μιλήσω».
«Σε ξέρω όλη μου τη ζωή, Ελάιντα», είπε η Ηλαίην, χωρίς να πιστεύει στ’ αυτιά της. «Με είδες να μεγαλώνω, έκανες τους κήπους να ανθίσουν το χειμώνα για να παίξω».
«Παιδί μου, εκεί ήσουν η Κόρη-Διάδοχος. Εδώ είσαι μαθητευόμενη. Αυτό πρέπει το μάθεις. Κάποια μέρα θα γίνεις σπουδαία, αλλά πρέπει να μάθεις!»
«Μάλιστα, Άες Σεντάι».
Η Εγκουέν είχε μείνει αποσβολωμένη. Αν κάποιος την είχε επιπλήξει έτσι μπροστά σε άλλους, θα ήταν έξαλλη.
«Τώρα φύγετε κι οι δυο σας». Ένα γκονγκ άρχισε να χτυπά, βαθύ και μελωδικό, και η Ελάιντα έγειρε το κεφάλι. Ο ήλιος στεκόταν στα μισά της διαδρομής για το αποκορύφωμά του. «Υψηλή», είπε η Ελάιντα. «Πρέπει να βιαστείτε, αν δεν θέλετε κι άλλες κατσάδες. Και, Ηλαίην; Δες την Κυρά των Μαθητευομένων στο γραφείο της μετά τις αγγαρείες σου. Οι μαθητευόμενες δεν μιλούν στις Άες Σεντάι χωρίς άδεια. Τρέξτε, και οι δύο. Θα αργήσετε. Τρέξτε!»
Έτρεξαν, σηκώνοντας τις φούστες τους. Η Εγκουέν κοίταξε την Ηλαίην. Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει και το πρόσωπό της είχε μια αποφασισμένη έκφραση.
«Θα γίνω Άες Σεντάι», είπε η Ηλαίην με απαλή φωνή, αλλά ακούστηκε σαν υπόσχεση.
Η Εγκουέν άκουσε πίσω τους την Άες Σεντάι να λέει, «Απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι, κορίτσι μου, σε έφερε εδώ η Μουαραίν Σεντάι».
Ήθελε να μείνει και να ακούσει, να ακούσει αν η Ελάιντα ρωτούσε για τον Ραντ, αλλά η Υψηλή αντηχούσε σ’ ολόκληρο τον Λευκό Πύργο, και της είχαν αναθέσει δουλειές. Έτρεξε, σαν να την είχαν διατάξει να τρέξει.
«Θα γίνω Άες Σεντάι», μούγκρισε. Η Ηλαίην χαμογέλασε φευγαλέα με κατανόηση, και έτρεξαν πιο γρήγορα.
Το πουκάμισο της Μιν κολλούσε πάνω της, όταν τελικά έφυγε από τη γέφυρα. Δεν είχε ιδρώσει από τον ήλιο, αλλά από την πυρά των ερωτήσεων της Ελάιντα. Κοίταξε πάνω από τον ώμο της για να βεβαιωθεί ότι η Άες Σεντάι δεν την ακολουθούσε, αλλά η Ελάιντα δεν φαινόταν πουθενά.