Πώς ήξερε η Ελάιντα ότι την είχε καλέσει η Μουαραίν; Η Μιν ήταν σίγουρη πως αυτό το μυστικό ήταν γνωστό μονάχα στην ίδια, στη Μουαραίν και στη Σέριαμ. Κι όλες αυτές οι ερωτήσεις για τον Ραντ. Δεν ήταν εύκολο να κρατήσει την έκφρασή της γαλήνια και το βλέμμα σταθερό, καθώς έλεγε κατά πρόσωπο σε μια Άες Σεντάι ότι δεν είχε ακούσει ποτέ γι’ αυτόν και δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτόν. Τι θέλει απ’ αυτόν; Φως μου, τι θέλει η Μουαραίν απ’ αυτόν; Τι είναι ο Ραντ; Φως μου, δεν θέλω να ερωτευτώ έναν άνδρα που συνάντησα μονάχα μια φορά, και μάλιστα ένα αγροτόπαιδο.
«Μουαραίν, που το Φως να σε τυφλώσει», μουρμούρισε, «όποιος κι αν είναι ο λόγος που με έφερες εδώ, βγες από την κρυψώνα σου και πες μου, για να φύγω!»
Η μόνη απάντηση ήταν το γλυκό κελάηδισμα των γκριζοπουλιών. Έκανε μια γκριμάτσα κι πήγε να βρει μέρος να ησυχάσει.
25
Καιρχίν
Η πόλη της Καιρχίν απλωνόταν πάνω σε λόφους πλάι στον Ποταμό Αλγκουένυα, και ο Ραντ την πρωταντίκρισε από τους βόρειους λόφους με το φως του μεσημεριάτικου ήλιου. Ο Έλρικαιν Ταβόλιν και οι πενήντα Καιρχινοί στρατιώτες ακόμα του έμοιαζαν με φύλακες —ακόμα πιο πολύ, από τη στιγμή που είχαν διασχίσει τη γέφυρα στο Γκάελιν· γίνονταν πιο τυπικοί όσο πιο νότια προχωρούσαν — αλλά ο Λόιαλ και ο Χούριν δεν έδειχναν να ενοχλούνται, κι έτσι προσπάθησε να τους μιμηθεί. Περιεργάστηκε την πόλη, που ήταν από τις μεγαλύτερες που είχε δει. Ο ποταμός ήταν γεμάτος πλοία με χοντρό σκαρί και πλατιές φορτηγίδες, και στην απέναντι όχθη υπήρχαν παντού σιταποθήκες, αλλά η Καιρχίν έμοιαζε να είναι φτιαγμένη με αυστηρό γεωμετρικό σχέδιο πίσω από τα ψηλά, γκρίζα τείχη της. Αυτά τα τείχη, μερικές φορές, σχημάτιζαν ένα τέλειο τετράγωνο, με μια πλευρά που έφτανε ακριβώς στο ποτάμι. Με σχήμα εξίσου ακριβές, πύργοι ορθώνονταν εντός των τειχών, είκοσι φορές ψηλότεροι από τα τείχη, αλλά ο Ραντ, ακόμα και από τόση απόσταση, έβλεπε ότι όλοι τους κατέληγαν σε σπασμένη κορυφή.
Έξω από τα τείχη της πόλης, περικυκλώνοντάς τα από τη μια όχθη ως την άλλη, βρίσκονταν δαιδαλώδη δρομάκια, που διασταυρώνονταν άτακτα και έβριθαν από ανθρώπους. Ο Ραντ είχε ακούσει από τον Χούριν ότι λεγόντουσαν «τα Προπύλαια»· κάποτε, σε κάθε πύλη της πόλης, υπήρχε εμπορική συνοικία, αλλά με τα χρόνια είχαν ενωθεί, με έναν κυκεώνα από δρομάκια και στενάκια, τα οποία απλώνονταν παντού.
Καθώς ο Ραντ και οι υπόλοιποι έμπαιναν σε κείνους τους χωματόδρομους, ο Ταβόλιν έβαλε μερικούς στρατιώτες να ανοίξουν δρόμο στον όχλο, κι αυτοί το έκαναν, φωνάζοντας και σπιρουνίζοντας τα άλογά τους, σαν να ’ταν έτοιμοι να τσαλαπατήσουν όποιον δεν έκανε αμέσως χώρο. Οι άνθρωποι παραμέριζαν, ρίχνοντας το πολύ μια ματιά, σαν να ’ταν καθημερινό φαινόμενο. Ο Ραντ όμως, άθελά του, χαμογέλασε.
Οι Προπυλιανοί συνήθως φορούσαν παλιά, τριμμένα ρούχα, αλλά τις περισσότερες ήταν πολύχρωμα και το μέρος είχε ζωντάνια κι ενεργητικότητα. Οι πλανόδιοι διαλαλούσαν την πραμάτεια τους και οι μαγαζάτορες φώναζαν τους περαστικούς να δουν τα εμπορεύματα, που επιδείκνυαν σε πάγκους μπροστά στα μαγαζιά τους. Μπαρμπέρηδες, μανάβηδες, ακονιστές σπαθιών, τόσοι άνδρες και γυναίκες, που πρόσφεραν προς πώληση δεκάδες υπηρεσίες κι εκατοντάδες πράγματα, καθώς περιπλανιόνταν μέσα στα πλήθη. Μέσα στην οχλοβοή ακουγόταν μουσική, που ερχόταν από διάφορα κτίσματα· στην αρχή ο Ραντ είχε νομίσει πως ήταν πανδοχεία, αλλά οι πινακίδες μπροστά έδειχναν όλες άνδρες να παίζουν φλάουτα ή άρπες, που έκαναν τούμπες ή ταχυδακτυλουργικά και, παρ’ όλο που ήταν μεγάλα, δεν είχαν παράθυρα. Τα πιο πολλά κτίρια των Προπυλαίων έμοιαζαν να είναι από ξύλο, ανεξαρτήτως του μεγέθους τους, και αρκετά έδειχναν καινούργια, αν και προχειροφτιαγμένα. Ο Ραντ κοίταξε χάσκοντας κάποια που είχαν επτά ορόφους, ή και περισσότερους, και λικνίζονταν, παρ’ όλο που ο κόσμος, που πηγαινοερχόταν με φούρια, δεν έδινε σημασία.
«Χωριάτες», μουρμούρισε ο Ταβόλιν, κοιτώντας ευθεία μπροστά του αηδιασμένος. «Κοίταξέ τους, πώς τους διέφθειραν οι ιδέες των ξένων. Κακώς βρίσκονται εδώ».
«Πού έπρεπε να είναι;» ρώτησε ο Ραντ. Ο Καιρχινός αξιωματικός τον αγριοκοίταξε και σπιρούνισε το άλογό του, μαστιγώνοντας το πλήθος με το καμτσίκι.
Ο Χούριν άγγιξε το μπράτσο του Ραντ. «Ήταν ο Πόλεμος των Αελιτών, Άρχοντα Ραντ». Κοίταξε γύρω, να βεβαιωθεί ότι οι στρατιώτες ήταν μακριά και δεν τον άκουγαν. «Πολλοί αγρότες φοβούνταν να ξαναγυρίσουν στα μέρη τους κοντά στη Ραχοκοκαλιά του Κόσμου, και ήρθαν όλοι εδώ σχεδόν. Γι’ αυτό ο Γκάλντριαν γέμισε το ποτάμι πλοία, που κουβαλούν σιτηρά από το Άντορ και το Δάκρυ. Δεν έρχονται πια γεννήματα από τα αγροκτήματα στ’ ανατολικά, επειδή δεν υπάρχουν πια αγροκτήματα εκεί. Καλύτερα όμως να μην μιλάς γι’ αυτά στους Καιρχινούς, Άρχοντά μου. Κάνουν ότι δεν έγινε πόλεμος, ή τουλάχιστον ότι τον κέρδισαν».