Выбрать главу

Παρά το καμτσίκι του Ταβόλιν, αναγκάστηκαν να σταματήσουν, όταν μια παράξενη πομπή διασταυρώθηκε μαζί τους. Πεντ’ έξι άνδρες, που βαρούσαν ταμπούρλα και χόρευαν, άνοιγαν το δρόμο για να περάσει μια σειρά από πελώριες μαριονέτες, οι οποίες είχαν μιάμιση φορά το ύψος των ανδρών που τις κινούσαν με μακριά κοντάρια. Γιγάντιες εστεμμένες μορφές ανδρών και γυναικών, με μακριές, στολισμένες ρόμπες υποκλίνονταν στο πλήθος, ανάμεσα σε ευφάνταστες μορφές θηρίων. Ένα λιοντάρι με φτερά. Ένας τράγος, που περπατούσε στα πίσω πόδια του, με δύο κεφάλια που υποτίθεται πως έβγαζαν φωτιά, σύμφωνα με τις πορφυρές κορδέλες που κρέμονταν από τα στόματα. Κάτι που έμοιαζε να είναι μισή γάτα και μισός αετός και ένα άλλο με κεφάλι αρκούδας σε ανδρικό σώμα, το οποίο ο Ραντ θεώρησε πως ήταν Τρόλοκ. Το πλήθος ζητωκραύγαζε και γελούσε, καθώς περνούσε η πομπή.

«Ο άνθρωπος που το ’κανε δεν είχε δει Τρόλοκ», μούγκρισε ο Χούριν. «Το κεφάλι παραείναι πολύ μεγάλο, το κορμί πετσί και κόκαλο. Μάλλον δεν πίστευε καν ότι υπάρχουν, Άρχοντά μου, όπως δεν θα πίστευε και στα άλλα που πέρασαν. Τα μόνα τέρατα που πιστεύουν εδώ στα Προπύλαια είναι οι Αελίτες».

«Έχουν πανηγύρι;» ρώτησε ο Ραντ. Δεν είχε δει κάτι άλλο εκτός από την πομπή, αλλά του φαινόταν πως ίσως υπήρχε λόγος γι’ αυτό. Ο Ταβόλιν πρόσταξε πάλι τους στρατιώτες του να συνεχίσουν.

«Αυτό είναι καθημερινό, Ραντ», είπε ο Λόιαλ. Ο Ογκιρανός, περπατώντας πλάι στο άλογό του, με το κιβώτιο τυλιγμένο στην κουβέρτα και ακουμπισμένο πάλι στη σέλα, ανταγωνιζόταν τις μαριονέτες για τα βλέμματα του κόσμου. «Φοβάμαι πως ο Γκάλντριαν κατευνάζει το λαό του, διασκεδάζοντάς τον. Προσφέρει στους βάρδους και τους μουσικούς το Δώρο του Βασιλιά, αμοιβή σε ασήμι, για να παίζουν εδώ στα Προπύλαια, και δίνει χορηγίες για να γίνονται ιππικοί αγώνες στο ποτάμι κάθε μέρα. Πολλές νύχτες επίσης ρίχνουν βεγγαλικά». Φαινόταν αηδιασμένος. «Ο Πρεσβύτερος Χάμαν λέει ότι ο Γκάλντριαν είναι ελεεινός». Ανοιγόκλεισε τα μάτια, συνειδητοποιώντας τι είχε πει, και κοίταζε βιαστικά τριγύρω για να δει αν τον είχαν ακούσει οι στρατιώτες. Φαινόταν πως όχι.

«Βεγγαλικά», είπε ο Χούριν, νεύοντας. «Άκουσα ότι οι Φωτοδότες εγκατέστησαν αντιπροσωπεία εδώ, όπως και στο Τάντσικο. Μου άρεσαν τα βεγγαλικά, την άλλη φορά που ήρθα εδώ».

Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. Ποτέ δεν είχε δει πυροτεχνήματα τόσο περίπλοκα που να χρειάζονται έστω κι έναν Φωτοδότη. Είχε ακούσει ότι οι Φωτοδότες έφευγαν από το Τάντσικο μόνο για να κάνουν επίδειξη μπροστά σε βασιλιάδες και κυβερνήτες. Σε παράξενο μέρος πήγαινε.

Στην ψηλή, τετραγωνισμένη αψίδα της πύλης, ο Ταβόλιν διέταξε να σταματήσουν και ξεπέζεψε μπροστά σε ένα κοντόχοντρο, πέτρινο κτίριο λίγο πιο μέσα από τα τείχη. Το κτίριο είχε βελοθυρίδες αντί για παράθυρα, και βαριά πόρτα με σιδερένια ενίσχυση.

«Μια στιγμή, Άρχοντά μου Ραντ», είπε ο αξιωματικός. Έδωσε τα χαλινάρια σ’ έναν στρατιώτη και χώθηκε μέσα.

Ο Ραντ έριξε μια επιφυλακτική ματιά στους στρατιώτες —κάθονταν άκαμπτοι στα άλογά τους, σχηματίζοντας δύο ζυγούς· αναρωτήθηκε τι θα έκαναν, αν δοκίμαζε να φύγει με τον Λόιαλ και τον Χούριν— και εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία για να περιεργαστεί την πόλη που απλωνόταν μπροστά του.

Η κανονική Καιρχίν ήταν το άκρως αντίθετο των πολύβουων Προπυλαίων. Πλατιοί, πλακοστρωμένοι δρόμοι, τόσο πλατιοί που έκαναν τους πεζούς να δείχνουν λιγότεροι, διασταυρώνονταν υπό ορθές γωνίες. Όπως και στο Τρεμόνσιεν, οι λόφοι είχαν σκαφτεί και σχημάτιζαν ίσιες αναβαθμίδες. Κλειστές σέντιες διέσχιζαν βιαστικά τους δρόμους, μερικές με φιλάνδρες που έδειχναν το σήμα κάποιου Οίκου, ενώ οι άμαξες προχωρούσαν αργά. Οι άνθρωποι βάδιζαν σιωπηλοί, φορώντας σκούρα ρούχα, δίχως φωτεινά χρώματα, με εξαίρεση εδώ κι εκεί μια πινελιά στο στήθος κάποιου φορέματος ή πανωφοριού. Όσο περισσότερες οι πινελιές, τόσο πιο καμαρωτός περπατούσε αυτός που τις έφερε, αλλά κανένας δεν γελούσε, κανένας δεν χαμογελούσε καν. Όλα τα κτίρια στις αναβαθμίδες τους ήταν από πείρα και τα διακοσμητικά στοιχεία ήταν γεμάτα ευθείες γραμμές και οξείες γωνίες. Στους δρόμους δεν υπήρχαν γυρολόγοι ή πραματευτάδες και ακόμα και τα μαγαζιά έμοιαζαν μαζεμένα, με μικρές πινακίδες, δίχως να επιδεικνύουν τα εμπορεύματα.

Ο Ραντ τώρα μπορούσε να διακρίνει καλύτερα τους λαμπρούς πύργους. Τους περικύκλωναν σκαλωσιές από δεμένα κοντάρια, και πάνω εκεί μια μυρμηγκιά εργάτες έβαζαν καινούργιες πέτρες για να σηκώσουν ακόμα πιο ψηλά τους πύργους.

«Οι Ακέφαλοι Πύργοι της Καιρχίν», μουρμούρισε λυπημένα ο Λόιαλ. «Κάποτε ήταν τόσο ψηλοί που τιμούσαν το όνομα. Όταν οι Αελίτες πήραν την Καιρχίν, τον καιρό περίπου που γεννιόσουν, οι πύργοι κάηκαν, και ράγισαν, και έπεσαν. Δεν βλέπω Ογκιρανούς ανάμεσα στους λιθοξόους. Σε κανέναν Ογκιρανό δεν θα άρεσε να δουλέψει εδώ —οι Καιρχινοί θέλουν αυτό που θέλουν, χωρίς στολίδια — όμως την προηγούμενη φορά που ήμουν εδώ, υπήρχαν Ογκιρανοί».