Выбрать главу

Ο Ταβόλιν βγήκε έξω, σέρνοντας πίσω του άλλον έναν αξιωματικό και δύο υπαλλήλους, που ο ένας κουβαλούσε ένα μεγάλο βιβλίο με ξύλινη επένδυση και ο άλλος ένα δίσκο με σύνεργα γραφής. Το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του αξιωματικού ήταν ξυρισμένο, σαν του Ταβόλιν, αν και έμοιαζε περισσότερο να είναι έργο της φαλάκρας παρά του ξυραφιού. Τα βλέμματα και των δύο αξιωματικών ταξίδεψαν από τον Ραντ στο κιβώτιο, που το έκρυβε η ριγέ κουβέρτα του Λόιαλ και ξαναγύρισαν πάνω του. Κανένας τους δεν ρώτησε τι υπήρχε κάτω από την κουβέρτα. Ο Ταβόλιν το κοίταζε συχνά, καθώς έρχονταν από το Τρεμόνσιεν, αλλά δεν είχε ρωτήσει ποτέ. Ο άλλος κοίταξε επίσης το σπαθί του Ραντ, και για μια στιγμή σούφρωσε τα χείλη του.

Ο Ταβόλιν είπε ότι το όνομα του άλλου αξιωματικού ήταν Ασάν Σανταίρ, και ανακοίνωσε με δυνατή φωνή, «Ο Άρχοντας Ραντ του Οίκου αλ’Θορ, του Άντορ, και ο βοηθός του, ονόματι Χούριν, μαζί με τον Λόιαλ, έναν Ογκιρανό του Στέντιγκ Σανγκτάι». Ο υπάλληλος με το βαρύ βιβλίο το άνοιξε, ακουμπώντας το στα χέρια του, και ο Σανταίρ έγραψε τα ονόματα με στρογγυλεμένα γράμματα.

«Πρέπει να επιστρέψετε σ’ αυτό το φυλάκιο ως την ίδια ώρα αύριο, Άρχοντά μου», είπε ο Σανταίρ, αφήνοντας τον άλλο υπάλληλο να ρίξει άμμο στο υγρό μελάνι, «και να πείτε το όνομα του πανδοχείου στο οποίο μένετε».

Ο Ραντ κοίταζε τους νωθρούς δρόμους της Καιρχίν και τη ζωντάνια των Προπυλαίων. «Μπορείτε να μου πείτε κάποιο καλό ξενοδοχείο εκεί έξω;» Έδειξε τα Προπύλαια με μια κίνηση του κεφαλιού.

Ο Χούριν έκανε ένα βιαστικό χσστ και έσκυψε κοντά του. «Δεν θα ήταν πρέπον, Άρχοντα Ραντ», ψιθύρισε. «Αν μείνεις στα Προπύλαια, όντας άρχοντας και τα λοιπά, θα πουν ότι κάτι μαγειρεύεις».

Ο Ραντ είδε ότι ο μυριστής είχε δίκιο. Ο Σανταίρ είχε μείνει με ανοιχτό το στόμα, τα φρύδια του Ταβόλιν ήταν υψωμένα, και τον κοίταζαν και οι δύο με προσοχή. Θέλησε να τους πει ότι δεν έπαιζε το Μεγάλο Παιχνίδι τους, αλλά αντίθετα είπε, «Θα πάρουμε δωμάτια στην πόλη. Μπορούμε να φύγουμε τώρα;»

«Φυσικά, Άρχοντά μου Ραντ». Ο Σανταίρ υποκλίθηκε. «Αλλά... το πανδοχείο;»

«Θα σου πω όταν βρούμε». Ο Ραντ έστριψε τον Κοκκινοτρίχη, και μετά κοντοστάθηκε. Το σημείωμα της Σελήνης έτριζε στην τσέπη του. «Πρέπει να βρω μια νεαρή γυναίκα από την Καιρχίν. Την Αρχόντισσα Σελήνη. Είναι στην ηλικία μου, όμορφη. Δεν ξέρω τον Οίκο της».

Ο Σανταίρ και ο Ταβόλιν κοιτάχτηκαν, και μετά ο Σανταίρ είπε, «Θα το ερευνήσω, Άρχοντά μου. Ίσως μπορέσω να σου πω κάτι, όταν έρθεις αύριο».

Ο Ραντ ένευσε και οδήγησε τον Λόιαλ και τον Χούριν στην πόλη. Λεν τράβηξαν πολλή προσοχή, αν και ήταν λίγοι οι καβαλάρηδες. Ακόμα κι ο Λόιαλ δεν τράβηξε σχεδόν καθόλου βλέμματα. Οι άνθρωποι έμοιαζαν σχεδόν να επιδεικνύουν το ότι κοιτούσαν τις δουλειές τους.

«Μήπως το πάρουν στραβά», ρώτησε ο Ραντ τον Χούριν, «που ρωτώ για τη Σελήνη;»

«Με τους Καιρχινούς, ποιος ξέρει, Άρχοντα Ραντ; Φαίνεται να πιστεύουν πως τα πάντα έχουν σχέση με το Ντάες Νταε’μαρ».

Ο Ραντ σήκωσε τους ώμους. Ένιωθε ότι οι άνθρωποι τον κοίταζαν. Ανυπομονούσε να βρει ένα καλό, απλό πανωφόρι, να πάψει να προσποιείται ότι ήταν κάτι που δεν ήταν.

Ο Χούριν ήξερε αρκετά πανδοχεία στην πόλη, αν και όταν ήταν στην Καιρχίν είχε περάσει τον περισσότερο χρόνο του στα Προπύλαια. Τους οδήγησε σε ένα που λεγόταν Ο Υπερασπιστής του Δρακότειχους, που η πινακίδα του έδειχνε έναν εστεμμένο άνδρα με το πόδι του στο στήθος ενός άλλου, που ήταν πεσμένος κάτω, ενώ το σπαθί του ήταν στο λαιμό του άλλου. Ο πεσμένος ήταν κοκκινομάλλης.

Ένας σταβλίτης ήρθε να πάρει τα άλογά τους, ρίχνοντας γοργές ματιές στον Ραντ και τον Λόιαλ, όταν νόμιζε ότι δεν τον έβλεπαν. Ο Ραντ σκέφτηκε ότι η φαντασία του οργίαζε· δεν μπορεί να έπαιζαν όλοι οι κάτοικοι της πόλης αυτό το Παιχνίδι τους. Κι αν ήταν έτσι, αυτός δεν συμμετείχε.

Η κοινή αίθουσα ήταν περιποιημένη, με τα τραπέζια στημένα με ακρίβεια, όπως όλη η πόλη, και λίγοι μόνο κάθονταν εκεί. Σήκωσαν το βλέμμα, κοίταξαν τους νεοφερμένους, και μετά ξανάσκυψαν αμέσως στο κρασί τους. Ο Ραντ όμως είχε την αίσθηση ότι ακόμα παρακολουθούσαν και έστηναν αυτί. Μια αδύναμη φωτιά έκαιγε στο μεγάλο τζάκι, αν και η μέρα ήταν ζεστή.

Ο πανδοχέας ήταν ένας παχουλός άντρας με λιπαρό δέρμα, με μια μόνο πράσινη πινελιά στο σκουρόγκριζο πανωφόρι του. Τινάχτηκε όταν τους πρωτοείδε, και ο Ραντ δεν ένιωσε έκπληξη μ’ αυτό. Ο Λόιαλ, που κρατούσε το κιβώτιο στα χέρια, ακόμα τυλιγμένο στην κουβέρτα, αναγκάστηκε να σκύψει για να περάσει από την εξώπορτα, ο Χούριν ήταν φορτωμένος τα σακίδια και τα μπαγκάζια τους, και το κόκκινο πανωφόρι του Ραντ έκανε έντονη αντίθεση με τα μελαγχολικά χρώματα που φορούσαν οι πελάτες.