«Τώρα πια, όλοι, Άρχοντα Ραντ», είπε ο Χούριν χαμηλόφωνα. Κι αυτός επίσης φαινόταν να νιώθει βλέμματα. «Οι σκοποί στην πύλη δεν θα κρατούσαν το στόμα κλειστό για έναν ξενομερίτη άρχοντα που ήρθε στην Καιρχίν. Ο σταβλίτης, ο πανδοχέας... όλοι λένε ό,τι ξέρουν εκεί που νομίζουν ότι θα τους ωφελήσει, Άρχοντά μου».
Ο Ραντ μόρφασε, έκανε δυο βήματα και πέταξε τις προσκλήσεις στη φωτιά. Αυτές άρπαζαν αμέσως φλόγες. «Δεν παίζω το Ντάες Νταε’μαρ», είπε, αρκετά δυνατά, ώστε να το ακούσουν όλοι. Ούτε ακόμα κι ο Κουάλε δεν τον κοίταξε. «Δεν έχω καμία σχέση με το Μεγάλο Παιχνίδι σας. Απλώς ήρθα εδώ για να περιμένω κάτι φίλους».
Ο Χούριν τον έπιασε από το μπράτσο. «Σε παρακαλώ, Άρχοντα Ραντ». Μίλησε ψιθυριστά, με ταραχή. «Σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό άλλη φορά».
«Άλλη φορά; Λες να λάβω κι άλλες;»
«Είμαι σίγουρος. Μα το Φως, μου θύμισες τη φορά που ο Τέβα Θύμωσε τόσο πολύ με μια σφήκα που βούιζε κοντά στ’ αυτιά του, που κλώτσησε τη σφηκοφωλιά. Το πιθανότερο είναι ότι έπεισες όλους αυτούς που σε βλέπουν εδώ ότι παίζεις το Παιχνίδι στα πολύ βαθιά. Πρέπει να είσαι πολύ βαθιά, αφού αρνείσαι ότι παίζεις καν, έτσι θα το δουν. Όλοι οι άρχοντες και οι αρχόντισσες της Καιρχίν παίζουν». Ο μυριστής κοίταξε τις προσκλήσεις, που κύρτωναν και μαύριζαν στη φωτιά, και έκανε μια γκριμάτσα. «Και σίγουρα έκανες εχθρούς σε τρεις Οίκους. Δεν είναι μεγάλοι Οίκοι, αλλιώς δεν θα είχαν τρέξει αμέσως, αλλά πάντως σίγουρα αριστοκρατικοί. Πρέπει να απαντήσεις στις επόμενες προσκλήσεις που θα λάβεις, Άρχοντά μου. Αρνήσου, αν θέλεις — αν και θα δώσουν ερμηνείες, ανάλογα με το ποιες προσκλήσεις θα αρνηθείς. Και ποιες θα δεχθείς. Φυσικά, αν τις αρνηθείς όλες, ή τις δεχθείς όλες—»
«Δεν ανακατεύομαι σ’ αυτά», είπε ήρεμα ο Ραντ. «Θα φύγουμε από την Καιρχίν το νωρίτερο δυνατόν». Έχωσε τις γροθιές του στις τσέπες του πανωφοριού του και ένιωσε το σημείωμα της Σελήνης να τσαλακώνεται. «Πιες, όπως ήθελες, Χούριν».
Βγήκε έξω θυμωμένος, χωρίς να ξέρει αν ήταν θυμωμένος με τον εαυτό του, ή με την Καιρχίν και το Μεγάλο Παιχνίδι, ή με τη Σελήνη που είχε εξαφανιστεί, ή με τη Μουαραίν. Εκείνη τα είχε αρχίσει όλα, κλέβοντας τα πανωφόρια του και δίνοντάς του στη θέση τους ρούχα αρχοντικά. Ακόμα και τώρα, που έλεγε ότι ήταν ελεύθερος απ’ αυτές, μια Άες Σεντάι είχε κατορθώσει να αναμιχθεί στη ζωή του, χωρίς καν να είναι εκεί.
Βγήκε από την ίδια πύλη που είχε μπει στην πόλη, εφόσον αυτός ήταν ο μόνος δρόμος που ήξερε. Κάποιος που στεκόταν μπροστά στο φυλάκιο τον πρόσεξε —το πολύχρωμο πανωφόρι του τον έκανε να ξεχωρίζει, όπως επίσης και το ύψος του ανάμεσα στους Καιρχινούς — και μπήκε μέσα βιαστικά, όμως ο Ραντ δεν τον κατάλαβε. Τα γέλια και οι μουσικές των Προπυλαίων τον τραβούσαν πιο πέρα.
Αν το κόκκινο χρυσοκέντητο πανωφόρι του τον έκανε να ξεχωρίζει εντός των τειχών, εδώ στα Προπύλαια ταίριαζε μια χαρά. Πολλοί από τους άνδρες που πηγαινοέρχονταν στα στριμωγμένα δρομάκια ήταν ντυμένοι με σκούρα χρώματα σαν εκείνους της πόλης, όμως ήταν άλλοι τόσοι εκείνοι που φορούσαν κόκκινα, ή γαλάζια, ή πράσινα πανωφόρια, ή χρυσά —μερικά τόσο αστραφτερά, που έκαναν ακόμα και για Μάστορες— και ήταν ακόμα περισσότερες οι γυναίκες που είχαν κεντητό φόρεμα με πολύχρωμη σάρπα ή σάλι. Οι πιο πολλές απ’ αυτές τις πλουμιστές ενδυμασίες ήταν φθαρμένες και πολύ μεγάλες, ή πολύ μικρές, σαν να ήταν φτιαγμένες αρχικά για άλλον, αλλά αυτοί που τις φορούσαν δεν έδιναν σημασία στο καλοφτιαγμένο πανωφόρι του, έστω κι αν το πρόσεχαν.
Κάποια στιγμή αναγκάστηκε να σταματήσει μπροστά σε άλλη μια πομπή από γιγάντιες μαριονέτες. Ενώ οι τυμπανιστές χτυπούσαν τα ταμπούρλα και χοροπηδούσαν, ένας Τρόλοκ με γουρουνίσια μουσούδα πολεμούσε μ’ έναν άνδρα που φορούσε στέμμα. Μετά από μερικά ξεκάρφωτα χτυπήματα, ο Τρόλοκ σωριάστηκε κάτω, μέσα στα γέλια και τα ξεφωνητά των θεατών.
Ο Ραντ γρύλισε. Δεν πεθαίνουν τόσο εύκολα.
Έριζε μια ματιά σε ένα από τα μεγάλα κτίρια που δεν είχαν παράθυρα και σταμάτησε να κοιτάξει από τήν πόρτα. Προς έκπληξή του, φαινόταν να είναι μια μεγάλη αίθουσα, που στην μέση ήταν ανοιχτή στον ουρανό, με εσωτερικά θεωρεία ως ψηλά, ενώ στην άκρη υπήρχε μια μεγάλη εξέδρα. Ούτε είχε δει, ούτε είχε ακούσει ποτέ για κάτι τέτοιο. Υπήρχε κόσμος στριμωγμένος στα θεωρεία και στο πάτωμα, παρακολουθώντας κάποιους που έδιναν παράσταση στην εξέδρα. Τους κοίταξε καθώς περνούσε, και είδε ταχυδακτυλουργούς, και μουσικούς, αρκετούς ακροβάτες, ακόμα και έναν βάρδο, με τον μανδύα του γεμάτο μπαλώματα, που απήγγειλε μια ιστορία από Το Μεγάλο Κυνήγι του Κέρατος με μελωδική φωνή στον Υψηλό Ρυθμό.