Выбрать главу

Αυτό τον έκανε να σκεφτεί τον Θομ Μέριλιν και συνέχισε βιαστικά. Πάντα θλιβόταν όταν θυμόταν τον Θομ. Ο Θομ ήταν φίλος. Ένας φίλος που είχε πεθάνει γι’ αυτόν. Ενώ εγώ το έβαλα στα πόδια και τον άφησα να πεθάνει.

Σε μια άλλη μεγάλη κατασκευή, μια γυναίκα με φαρδιές λευκές ρόμπες έμοιαζε να εξαφανίζει πράγματα από ένα καλάθι και να τα επανεμφανίζει σε ένα άλλο, και μετά τα εξαφάνιζε από τα χέρια της με μεγάλα σύννεφα καπνού. Το πλήθος που παρακολουθούσε έκανε δυνατά ααα και ωωω.

«Δύο χάλκινα, καλέ μου Άρχοντα», είπε από την είσοδο ένας ανθρωπάκος που θύμιζε ποντίκι. «Δύο χάλκινα για να δεις την Άες Σεντάι».

«Δεν νομίζω». Ο Ραντ έριξε μια ματιά στη γυναίκα. Ένα λευκό περιστέρι είχε εμφανιστεί στα χέρια της. Άες Σεντάι; «Όχι». Έκανε μια μικρή υπόκλιση στον ανθρωπάκο και έφυγε.

Προχωρούσε μέσα στο πλήθος κι αναρωτιόταν τι θα έβλεπε μετά, όταν μια βαθιά φωνή, συνοδευόμενη από ήχους άρπας, ακούστηκε από μια είσοδο, που στην πινακίδα της έδειχνε έναν ταχυδακτυλουργό.

«...παγωμένος φυσά ο αέρας στο Πέρασμα του Σάρα· παγωμένος είναι ο τάφος δίχως όνομα. Όμως κάθε χρόνο, την Ημέρα του Ήλιου, πάνω σε κείνο το σωρό από πέτρες εμφανίζεται ένα τριαντάφυλλο, μ’ ένα κρυστάλλινο δάκρυ σαν δροσοσταλίδα στα πέταλά του, που το αφήνει το χαριτωμένο χεράκι της Ντουνσίνιν, γιατί κρατά τη συμφωνία που έκανε με τον Ρογκός τον Γερακομάτη».

Η φωνή τράβηξε τον Ραντ σαν σχοινί. Πέρασε την πόρτα τη στιγμή που μέσα ξεσπούσαν επευφημίες.

«Δύο χάλκινα, καλέ μου Άρχοντα», είπε ένας ποντικομούρης, που ’μοιαζε δίδυμος με τον προηγούμενο. «Δύο χάλκινα για να δεις—»

Ο Ραντ έβγαλε μερικά νομίσματα και τα πέταξε στον άλλο. Προχώρησε ζαλισμένος, ατενίζοντας τον άνδρα, που από την εξέδρα υποκλινόταν μπροστά στα χειροκροτήματα του κοινού, αγκαλιάζοντας την άρπα με το ένα χέρι, απλώνοντας το χιλιομπαλωμένο μανδύα με το άλλο, σαν να ήθελε να αιχμαλωτίσει ας ζητωκραυγές τους. Ήταν ψηλός, λιγνός, όχι νέος, με μακριά μουστάκια, λευκά σαν τα μαλλιά της κεφαλής του. Κι όταν ορθώθηκε και είδε τον Ραντ, τα μάτια που άνοιξαν διάπλατα ήταν γαλανά και κάρφωναν.

«Θομ». Ο ψίθυρος του Ραντ χάθηκε στη φασαρία του πλήθους.

Κοιτάζοντας τον Ραντ κατάματα, ο Θομ Μέριλιν έκανε ένα μικρό νεύμα προς μια πορτίτσα δίπλα στην εξέδρα. Κι έπειτα υποκλίθηκε ξανά, χαμογελώντας, απολαμβάνοντας τα χειροκροτήματα.

Ο Ραντ έφτασε στην πόρτα και μπήκε μέσα. Ήταν ένας μικρός διάδρομος, με τρία σκαλοπάτια που έβγαζαν στην εξέδρα. Στην αντίθετη κατεύθυνση από την εξέδρα, ο Ραντ είδε έναν ταχυδακτυλουργό που έκανε εξάσκηση με χρωματιστές μπάλες, κι έξι ακροβάτες που έκαναν προθέρμανση.

Ο Θομ εμφανίστηκε στα σκαλιά, κουτσαίνοντας, σαν να μην λύγιζε το πόδι του καλά όσο πριν. Κοίταξε τον ταχυδακτυλουργό και τους ακροβάτες, φύσηξε τα μουστάκια του ακατάδεχτα και στράφηκε στον Ραντ. «Το μόνο που θέλουν να ακούν είναι Το Μεγάλο Κυνήγι του Κέρατος. Με τα νέα που έρχονται από το Χάντον Μιρκ και τη Σαλδαία, θα ’λεγες ότι θα ζητούσαν τον Κύκλο της Κάρεδον. Εντάξει, ίσως όχι αυτό, αλλά θα πλήρωνα τον εαυτό μου να παίξει κάτι άλλο». Κοίταξε τον Ραντ από πάνω ως κάτω. «Απ’ ό,τι φαίνεται, είσαι καλά, μικρέ». Έπιασε το κολάρο του Ραντ και σούφρωσε τα χείλη. «Πολύ καλά».

Ο Ραντ δεν κρατήθηκε κι έβαλε τα γέλια. «Έφυγα από την Ασπρογέφυρα σίγουρος πως ήσουν πεθαμένος. Η Μουαραίν είπε ό,τι ζούσες, αλλά εγώ... Μα το Φως, Θομ, χαίρομαι που σε ξαναβλέπω! Έπρεπε να γυρίσω τότε να σε βοηθήσω».

«Θα έδειχνες ότι είσαι ακόμα πιο βλάκας, αν το έκανες, μικρέ. Εκείνος ο Ξέθωρος» —κοίταξε ολόγυρα· δεν υπήρχε κανείς τόσο κοντά που να τους ακούει, αλλά ο Θομ χαμήλωσε ούτως ή άλλως τη φωνή του— «δεν ήθελε εμένα. Μου άφησε για δώρο αυτό το αλύγιστο ποδάρι και έτρεξε να βρει εσένα και τον Ματ. Μονάχα θα σκοτωνόσουν και τίποτα παραπάνω». Κοντοστάθηκε, δείχνοντας σκεφτικός. «Η Μουαραίν είπε ότι ήμουν ακόμα ζωντανός, ε; Είναι μαζί σου λοιπόν;»

Ο Ραντ κούνησε το κεφάλι. Προς έκπληξή του, ο Θομ φάνηκε απογοητευμένος.

«Κρίμα, θα ’λεγα. Ήταν μια χαρά γυναίκα, παρ’ όλο που είναι...» Το άφησε έτσι. «Αρα κυνηγούσε τον Ματ ή τον Πέριν. Δεν θα ρωτήσω ποιον. Ήταν καλά παιδιά και δεν θέλω να ξέρω». Ο Ραντ σάλεψε τα πόδια ανήσυχος, και τινάχτηκε, όταν ο Θομ έστρεψε το κοκαλιάρικο δάχτυλό του πάνω του. «Αυτό που θέλω να μάθω είναι αν έχεις ακόμα την άρπα και το φλάουτό μου. Τα θέλω πίσω, μικρέ. Αυτά που έχω τώρα δεν κάνουν ούτε για να τα παίξει γουρούνι».

«Τα έχω μαζί μου, Θομ. Θα σου τα φέρω, το υπόσχομαι. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι είσαι ζωντανός. Και δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν είσαι στο Ίλιαν. Το Μεγάλο Κυνήγι ξεκινά. Το βραβείο για την καλύτερη απαγγελία του Μεγάλου Κυνηγιού του Κέρατος. Κάποτε δεν έβλεπες την ώρα να πας».