Ο Θομ ξεφύσηξε. «Μετά την Ασπρογέφυρα; Το πιθανότερο είναι ότι θα σκοτωνόμουν πριν φτάσω. Ακόμα κι αν πρόφταινα το καράβι πριν σαλπάρει, ο Ντόμον και οι ναύτες του θα διέδιδαν σ’ όλο το Ίλιαν την ιστορία για τους Τρόλοκ που με κυνηγούσαν. Κι αν είδαν τον Ξέθωρο, ή άκουσαν γι’ αυτόν, πριν ο Ντόμον κόψει τα σκοινιά... Οι πιο πολλοί Ιλιανοί νομίζουν ότι οι Τρόλοκ και οι Ξέθωροι είναι πλάσματα του μύθου — όμως υπάρχουν αρκετοί άλλοι, που ίσως θα ’θελαν να μάθουν γιατί αυτά τα πλάσματα κυνηγούσαν κάποιον, και το Ίλιαν θα έχανε τη γοητεία του».
«Θομ, έχω τόσα να σου πω».
Ο βάρδος τον διέκοψε. «Αργότερα, μικρέ». Αντάλλασσε άγριες ματιές με τον στενομούρη στην πόρτα, στην άλλη άκρη του διαδρόμου. «Αν δεν ξαναγυρίσω να πω άλλη μια ιστορία, αυτός θα βγάλει τον ταχυδακτυλουργό και το πλήθος θα τα κάνει όλα ρημαδιό. Έλα στο Τσαμπί Σταφύλι, λίγο πέρα από την Πύλη Τζανγκάι. Εκεί έχω δωμάτιο. Όλοι ξέρουν πού είναι. Θα είμαι εκεί σε καμιά ώρα. Μια ιστορία ακόμα ελπίζω να τους φτάσει». Άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά, λέγοντας πάνω από τον ώμο του, «Και φέρε την άρπα και το φλάουτό μου!»
26
Έριδα
Ο Ραντ χίμηξε στην κοινή αίθουσα του Υπερασπιστή του Δρακότειχους και ανέβηκε τρέχοντας πάνω, χαμογελώντας με την έκπληκτη ματιά του πανδοχέα. Ο Ραντ ήθελε να χαμογελάσει πλατιά σε όλους. Ο Θομ ζει!
Άνοιξε διάπλατα την πόρτα του δωματίου του και πήγε κατευθείαν στη ντουλάπα.
Ο Λόιαλ και ο Χούριν έχωσαν τα κεφάλια τους στο δωμάτιο από δίπλα· φορούσαν πουκάμισα και έσφιγγαν στα δόντια τους πίπες, που έβγαζαν λεπτά σύννεφα καπνού.
«Έγινε κάτι, Άρχοντα Ραντ;» ρώτησε ο Χούριν ανήσυχος.
Ο Ραντ έριξε στον ώμο του το δέμα που έφτιαχνε ο μανδύας του Θομ. «Το καλύτερο που θα μπορούσε να συμβεί, μετά από το να έρθει ο Ίνγκταρ. Ο Θομ Μέριλιν είναι ζωντανός. Και βρίσκεται εδώ, στην Καιρχίν».
«Ο βάρδος που μου έλεγες;» είπε ο Λόιαλ. «Αυτό είναι υπέροχο, Ραντ. Θα ήθελα να τον γνωρίσω».
«Τότε έλα μαζί μου, αν θέλει ο Χούριν να φυλάξει σκοπιά για λίγο».
«Μετά χαράς, Άρχοντα Ραντ». Ο Χούριν έβγαλε την πίπα από το στόμα του. «Αυτά τα μούτρα στην κοινή αίθουσα πήγαν να με ψαρέψουν —χωρίς να δείξουν τι έκαναν, φυσικά— για να μάθουν ποιος είσαι, Άρχοντά μου, και τι γυρεύουμε στην Καιρχίν. Τους είπα ότι περιμέναμε να συναντήσουμε φίλους, αλλά αυτοί, τέτοιοι Καιρχινοί που είναι, σκέφτηκαν ότι έκρυβα κάτι πιο βαθύ».
«Ας νομίζουν ό,τι θέλουν. Έλα, Λόιαλ!»
«Δεν νομίζω». Ο Ογκιρανός αναστέναξε. «Στ’ αλήθεια θα προτιμούσα να μείνω εδώ». Σήκωσε ένα βιβλίο, στο οποίο σημείωνε τη σελίδα με το χοντρό του δάχτυλο. «Θα γνωρίσω τον Θομ κάποια άλλη φορά».
«Λόιαλ, δεν μπορείς να μείνεις κρυμμένος εδώ για πάντα. Δεν ξέρουμε καν πόσον καιρό θα μείνουμε στην Καιρχίν. Στο κάτω-κάτω, δεν είδαμε τίποτα Ογκιρανούς. Κι αν δούμε, δεν θα κυνηγούν εσένα, ε;»
«Δεν θα κυνηγούν, ακριβώς, αλλά... Ραντ, ίσως βιάστηκα να φύγω από το Στέντιγκ Σανγκτάι έτσι όπως έφυγα. Όταν γυρίσω στην πατρίδα, ίσως να έχω μεγάλα προβλήματα». Τα αυτιά του έπεσαν. «Ακόμα κι αν περιμένω να φτάσω στην ηλικία του Πρεσβύτερου Χάμαν πριν γυρίσω. Ίσως Θα μπορούσα να βρω ένα εγκαταλειμμένο στέντιγκ για να μείνω εκεί ως τότε».
«Αν ο Πρεσβύτερος Χάμαν δεν σε αφήσει να επιστρέψεις, μπορείς να μείνεις στο Πεδίο του Έμοντ, Είναι ωραίο μέρος». Πανέμορφο μέρος.
«Είμαι σίγουρος γι’ αυτό, Ραντ, αλλά δεν θα ’βγαινε τίποτα έτσι. Βλέπεις—»
«Θα το συζητήσουμε όταν χρειαστεί, Λόιαλ. Τώρα θα έρθεις να δεις τον Θομ».
Ο Ογκιρανός είχε μιάμιση φορά το ύψος του Ραντ, αλλά αυτός τον ανάγκασε να φορέσει τη μακριά τουνίκα του και το μανδύα του και να βγει από το δωμάτιο. Όταν κατέβηκαν τα σκαλιά με βροντερά βήματα και βρέθηκαν στην κοινή αίθουσα, ο Ραντ έκλεισε το μάτι στον πανδοχέα και γέλασε με το έκπληκτο ύφος του. Ας νομίζει ότι πάω να παίξω αυτό το ηλίθιο το Μεγάλο Παιχνίδι. Ας νομίζει ό,τι θέλει. Ο Θομ ζει.
Όταν πέρασαν την Πύλη Τζανγκάι, στο ανατολικό τείχος της πόλης, όλοι έμοιαζαν να ξέρουν το Τσαμπί Σταφύλι. Ο Ραντ και ο Λόιαλ γρήγορα το βρήκαν, σ’ έναν δρόμο που παραήταν ήσυχος για τα μέτρα των Προπυλαίων, ενώ ο ήλιος έγερνε στον απογευματινό ουρανό.
Ήταν ένα παλιό διώροφο κτίσμα, ξύλινο κι ετοιμόρροπο, αλλά η κοινή αίθουσα ήταν καθαρή και βούιζε από κόσμο. Κάποιοι έπαιζαν ζάρια σε μια γωνία και μερικές γυναίκες βελάκια σε μια άλλη. Οι μισοί είχαν την όψη των Καιρχινών, λιγνοί και χλωμοί, αλλά ο Ραντ άκουσε και Αντορινή προφορά, όπως και άλλες που δεν ήξερε. Όλοι φορούσαν τα ρούχα των Προπυλαίων, ένα ανακάτεμα από στυλ, όμως, τουλάχιστον πεντ’ έξι χωρών. Κάποιοι τους κοίταξαν μπαίνοντας, όμως όλοι ξαναγύρισαν αμέσως στις ασχολίες τους.